Η Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική των Μεταξάδων
Η λιθοξοϊκή τέχνη των Μεταξάδων ξεχωρίζει για την αριστοτεχνία και την αειφορία της. Η τοπική πέτρα μεταμορφώνεται σε σπάνια αρχιτεκτονικά αριστουργήματα. Οι τεχνίτες της περιοχής έχουν αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στον πολιτισμό του Έβρου.
Ιστορική Αναδρομή
Η παραδοσιακή τέχνη της εξόρυξης, λάξευσης και κατεργασίας της πέτρας και η τέχνη της κατασκευής των πέτρινων σπιτιών στον οικισμό των Μεταξάδων αποτυπώνεται χαρακτηριστικά και στο αρχικό παραδοσιακό όνομα του οικισμού: Τουκμάκ’. Το όνομα αυτό πήρε από τον πρώτο που έχτισε το σπίτι του τους Μεταξάδες, τον Δημήτριο Τουκμακτσή ή Τουκμακιώτη. Τουκμάκι εξάλλου έλεγαν το σφυρί των λιθοξόων, των μαστόρων της πέτρας από την οποία είναι χτισμένα τα χαρακτηριστικά σπίτια του οικισμού. Το νεότερο όνομά του, Μεταξάδες, το πήρε μετά την ανταλλαγή πληθυσμών από την ευρέως τότε διαδεδομένη στην περιοχή σηροτροφία.
Η λιθοξοϊκή τέχνη των Μεταξάδων, επίσης φαίνεται να είναι μακραίωνη, αλλά αποτελεί προϊόν που μεταλαμπαδεύεται στην ευρύτερη περιοχή μέσω των σιναφιών. Ο βασικός σύνδεσμος των Μεταξάδων με την οικοδομική τέχνη της Βουλγαρίας, ως πηγή τεχνογνωσίας, αλλά και ως τόπος μαθητείας στις αρχές του 20ού αι., αναφέρεται η Μανδρίτσα, ένας οικισμός της οροσειράς της Ροδόπης, δυτικά του Διδυμοτείχου, 2 χλμ. εντός του βουλγαρικού εδάφους με δίγλωσσο πληθυσμό (Έλληνες από το Σούλι και Αρβανίτες). Ωστόσο, η Μανδρίτσα, ήταν κατά κοινή παραδοχή ένα χωριό με μεγάλη παράδοση στην πλινθοκεραμοποιία και όχι τόσο στη λιθοξοϊκή.
Οι κάτοικοι των Μεταξάδων υποστηρίζουν ότι τα κτήρια που κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου αρχές 20ού αι. έγιναν από Έλληνες μαστόρους ντολγκέρηδες, δηλαδή μαραγκούς, από το Ορτάκιοϊ της Θράκης, το σημερινό Ιβάιολοβγκραντ στη Βουλγαρία. Είναι γνωστό ότι τα σινάφια της περιοχής της εποχής ήταν κορυφαία στο είδος τους. Κέντρο της τεχνογνωσίας από τον 18ο αιώνα λέγεται ότι ήταν ο οικισμός Bratsigovo, μια μικρή πόλη στη Νότια Βουλγαρία, στις παρυφές της Ροδόπης.
Ο λόγος που ο οικισμός αυτός ανέπτυξε ειδικευμένη τεχνογνωσία υποστηρίζεται ότι ήταν η μετοίκηση κατά τον 18ο αιώνα περίπου 150 οικογενειών από την Kosturska από τη Βόρεια Μακεδονία, οι οποίες εικάζεται ότι μετέφεραν την ιδιαίτερη τέχνη τους και κατέστησαν τον μικρό οικισμό σημαντικό πόλο οικοδομικής. Στην περιοχή αυτή, παράλληλα με την τέχνη, αναπτύχθηκε μία συνθηματική επαγγελματική γλώσσα που περιλαμβάνει πάνω από 700 όρους που περιγράφουν τις σημαντικότερες πρακτικές και τεχνικές πτυχές που σχετίζονται με τα καλά προστατευόμενα εμπορικά μυστικά τους.
Τα λατομεία των Μεταξάδων
Η τέχνη της εξόρυξης, αδρής λάξευσης και κατεργασίας της πέτρας ασκούνταν μέχρι και το 2010 σε δύο μέρη: επιτόπου στον χώρο του λατομείου στην περιοχή Γουρουνόρεμα-Ξεροβούνι Αβδέλλας-Μεταξάδων και σε εργαστήρια λάξευσης και κατεργασίας της πέτρας στις παρυφές του λατομικού χώρου. Η πέτρα μεταφέρονταν από το λατομείο παλαιότερα με τα κάρα, σήμερα με μικρά φορτηγά. Σε πολύ μικρή απόσταση από το λατομείο σώζονται ακόμη και σήμερα οι εγκαταστάσεις του εργαστηρίου, όπου ο Πιπερούδης Δημήτριος, ο τελευταίος μόνιμος λιθοξόος του νταμαριού, μάστορας της πέτρας, κατεργαζόταν μέχρι το 2010 τους όγκους των πετρωμάτων και κατόπιν επεξεργασίας έφτιαχνε κιβωτιόσχημες πέτρες. Στις ίδιες εγκαταστάσεις εργάστηκε μέχρι το 2006 και ο λιθοξόος μάστορας Μερκεζούδης Απόστολος, γνωστός με το παρατσούκλι Αγάς, ο οποίος απεβίωσε το 2013.
Επιπλέον, ο Μεταξαδιώτης κ. Γιώργος Κουρμπετούδης, ο οποίος έχει ζήσει τόσο την παλαιότερη φάση της χρήσης των λίθων ως νεαρός με το παραδοσιακό σινάφι του ντουλγκέρη πατέρα του, όσο και την εξελιγμένη νεότερη φάση κατά την οποία λάξευσε λίθους και επένδυσε δεκάδες κτήρια στην περιοχή, ανέφερε ότι κατά παράδοση, στον χώρο των λατομείων εργάζονταν ένα ή περισσότερα άτομα μόνιμα το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, για την εξόρυξη και την αδρή επεξεργασία της πέτρας. Αυτοί οι επαγγελματίες ονομάζονταν επίσης πετράδες, αλλά η εργασία τους διέφερε από τους πετράδες που εργάζονταν στην οικοδομή. Σήμερα, λόγω της μικρότερης ζήτησης σε πέτρα, η εξόρυξη δεν γίνεται από μόνιμο επαγγελματία, αλλά από τον εκάστοτε τοπικό οικοδόμο της νέας γενιάς των Μεταξάδων που θέλει να αποσπάσει υλικό για την προσωπική του εργολαβία.
Η σωζόμενη εγκατάσταση είναι μια πρόχειρη κατασκευή από ξύλινο σκελετό διαστάσεων 3Χ3 μ. περίπου, καλυμμένη με καλαμωτή στις τρεις πλευρές της, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε από νάιλον. Στόχος ήταν η προφύλαξη από τον ήλιο τους καλοκαιρινούς μήνες και από τη βροχή τους φθινοπωρινούς μήνες, εποχές που γινόταν η εντατική εξόρυξη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι δίπλα στις εγκαταστάσεις του εργαστηρίου διασώζονται σκεπασμένοι σωροί πετρωμάτων σε διάφορες φάσεις κατεργασίας. Σήμερα, επειδή ο τρόπος κτισίματος έχει αλλάξει, οι λίθοι κόβονται σε μικρότερα και λεπτότερα κομμάτια ως υλικό επένδυσης.
Η Αρχιτεκτονική των Σπιτιών
Εξωτερικός Σχεδιασμός
Ο χαρακτηρισμός του χωριού ως παραδοσιακού οικισμού οφείλεται κυρίως στην ιδιόμορφη αρχιτεκτονική των κτισμάτων του. Η αρχιτεκτονική αυτή παρουσιάζει ομοιότητες ως προς την μορφή με αυτή της Ηπείρου (Ζαγόρια) και της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, καθώς δεν απαντάται αλλού στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Το κύριο πρόσταγμα για την κατασκευή είχε ο μάστορας. Στη θεμελίωση, χρησιμοποιούνταν σκληρή πέτρα από το Παλιούρι. Οι λίθοι τοποθετούνταν σε σειρές ίσου μεγέθους, με ελάχιστο λασποκονίαμα ενδιάμεσα. Οι ακρογωνιαίοι λίθοι του κτηρίου είχαν συγκεκριμένες ονομασίες: Γωνιά/ιές ονομάζονταν οι λίθοι στις ακμές των τοίχων και η αντιγώνη ήταν ο πρώτος λίθος μετά τη γωνιά. Σπανιότερη μορφή στοιχείου κατά την κατασκευή ήταν το γκιβγκίρ δηλαδή το τόξο.
Η δουλειά των ντουλγκέρηδων ήταν εξαρχής η σημαντικότερη, καθώς έστηναν τον ξύλινο σκελετό της οικοδομής, δηλαδή τον στατικό της φορέα. Στους Μεταξάδες, η τέχνη των ντουλγκέρηδων μεταλλάχθηκε, καθώς μέσα στον ξύλινο σκελετό των κτηρίων, ενσωματώθηκαν οι αριστοτεχνικά λαξευμένες πέτρες, οι οποίες αντικατέστησαν τα τυπικά υλικά τοιχοποιίας, δηλαδή τους πλίνθους, το μπαγδατί και τον τσατμά. Η ιδιάζουσα οικοδομική τέχνη των Μεταξάδων απέκτησε σταδιακά δική της ορολογία, ελαφρώς διαφορετική από την τυπική παραδοσιακή. Σύμφωνα με αυτήν, τα κύρια στοιχεία της ξυλοδεσιάς ήταν τα ντιρέκια, δηλαδή οι όρθιοι στύλοι και ο μπαεντάς το διαγώνιο ξύλο.
Εσωτερικός Σχεδιασμός
Η χρήση της πέτρας ως εξωτερικού διακοσμητικού και μονωτικού στοιχείου, η χρήση των ξύλινων διαζωμάτων, καθώς και η λοξή προβολή του πάνω ορόφου (το λεγόμενο “χαγιάτι”), αποτελούν τις ιδιαιτερότητες της Μεταξαδιώτικης κατοικίας με τους δύο ορόφους και τα πολλά δωμάτια. Ο κάτω χώρος αξιοποιούνταν αναλόγως το επάγγελμα του νοικοκύρη (π.χ. καφενείο ή στάβλος). Το κτίριο ήταν ευάερο και ευήλιο, εξαιτίας της πληθώρας παραθύρων που είχε, καθώς και ευρύχωρο, αφού ήταν απαραίτητη η ύπαρξη χώρου για την κατεργασία και αποθήκευση του μεταξιού. Μια διαδικασία που γινόταν στον επάνω όροφο, στον οποίο έφτανες μέσω εσωτερικής ή εξωτερικής σκάλας. Στις άκρες του ορόφου υπήρχαν τα δωμάτια, ενώ στη μέση ήταν ο κύριος χώρος για την παραγωγή του μεταξιού. Ο συνδυασμός της ομορφιάς και της πρακτικότητας αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν τόσο τα κτίρια όσο και τους ενοίκους.
