Εμφύλιος Πόλεμος
Η Μάχη των Μεταξάδων υπήρξε καθοριστική σύγκρουση του Ελληνικού Εμφυλίου στον Έβρο. Για τρεις ημέρες, το χωριό βρέθηκε στο επίκεντρο σφοδρών μαχών μεταξύ ανταρτών και στρατού, αφήνοντας πίσω του καταστροφές και βαθιά ανθρώπινα τραύματα.
Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελλάδα βρέθηκε βυθισμένη σε εσωτερική σύγκρουση για σχεδόν μια πενταετία, με βαριές απώλειες και εκτεταμένη ερήμωση της υπαίθρου. Τα χωριά άδειασαν, καθώς οι περισσότεροι κάτοικοι τα εγκατέλειψαν, κι όσοι έμειναν ήταν κυρίως ηλικιωμένοι· γυναίκες και παιδιά μεταφέρθηκαν στις “Παιδουπόλεις” των νησιών.
Στους Μεταξάδες διεξήχθη μάχη καθοριστικής σημασίας, που κράτησε τρία εικοσιτετράωρα και κατέληξε σε επικράτηση των τακτικών δυνάμεων. Στις 6 Δεκεμβρίου 1946, αντάρτικα τμήματα κύκλωσαν το χωριό· ύστερα από σύντομες συμπλοκές με τους εθνοφύλακες, συνέλαβαν τον αστυνομικό Ζήκο και τους χωροφύλακες Παύλο και Λαμπρόπουλο. Ο τελευταίος αφέθηκε ελεύθερος λόγω προσωπικής γνωριμίας, ενώ οι δύο πρώτοι δικάστηκαν επί τόπου ως προδότες και εκτελέστηκαν δημόσια στην πλατεία — κατ’ άλλους, κάτω από τη μουριά “Καραγάτσι” — μπροστά στους κατοίκους, προκαλώντας γενικευμένο φόβο.
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, το σημερινό κτίριο του Δημοτικού Σχολείου λειτούργησε ως προκεχωρημένο κέντρο του ελληνικού στρατού. Μία γωνία του κτυπήθηκε από εκρηκτικά των ανταρτών και αργότερα ενισχύθηκε με παχύ τοίχο προς τον δρόμο για στατική ασφάλεια, προσθήκη που σώζεται μέχρι σήμερα. Περί τα μέσα Μαΐου 1949, οι γύρω περιοχές είχαν περάσει σε αντάρτικο έλεγχο, με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι από το Παλιούρι, την Πολιά, την Αβδέλλα και το Αλεποχώρι να καταφύγουν στους Μεταξάδες. Οι στρατιωτικές αρχές, έχοντας προειδοποίηση για επερχόμενη ενέργεια, απαγόρευσαν στους αγρότες να εξέλθουν στα χωράφια.
Με την έναρξη της επίθεσης, οι πανικόβλητοι χωρικοί κατέφυγαν στους γύρω λόφους, όπου υπήρχαν πρόχειρα οχυρά από χώμα, ικανά να φιλοξενήσουν 15–20 άτομα το καθένα. Το ύψωμα των Μεταξάδων, που κρατούσε ο ανθυπολοχαγός Λάζος με δύναμη εθνοφυλάκων, θεωρούνταν κομβικό για τον Έβρο· μικρό απόσπασμα στο τότε “Ασβεστάρια” έπεσε γρήγορα στους αντάρτες. Για ένα εικοσιτετράωρο οι αντάρτες επιχείρησαν να καταλάβουν το ύψωμα, όμως ο στρατός — με συνδρομή κατοίκων κρυμμένων στα πρανή — τους απέκρουσε, χρησιμοποιώντας όλμους και πολυβόλα. Οι υπερασπιστές αντιμετώπισαν ασφυκτική πολιορκία και μεγάλες δυσχέρειες τροφοδοσίας· αεροσκάφη έριχναν εφόδια, που μερικές φορές κατέληγαν εκ παραδρομής σε αντάρτικες θέσεις.
Παρά τις πιέσεις, ο Λάζος δεν επέτρεψε εγκατάλειψη του οχυρού, καθώς είχε εντολή να διαφυλάξει το φρούριο “πάση θυσία”, και ζήτησε ενισχύσεις από το Στρατόπεδο της Πρωτοκκλησίου. Δύο λοχαγοί κατάφεραν, παρά τα ναρκοθετημένα περάσματα, να διασπάσουν τον κλοιό και, συνεπικουρούμενοι από τμήμα προερχόμενο από το Λάδη, να εμπλακούν στη μάχη, οδηγώντας τελικά στην ανατροπή των ανταρτών. Στις 18 Μαΐου δόθηκε η τελευταία σύγκρουση· οι αντάρτες λύγισαν, αρκετοί κατέφυγαν σε χαράδρες όπου επλήγησαν από αεροπορικές επιθέσεις, ενώ όσοι διέφυγαν εγκατέλειψαν τη χώρα, μαζί με οικογένειες και συγχωριανούς που τους ακολούθησαν για να αποφύγουν αντίποινα. Σταδιακά, οι κάτοικοι επέστρεψαν για να αντικρίσουν καμένες οικίες, διαλυμένες οικογένειες και εκτεταμένες ζημιές από αμφότερες τις πλευρές· με τον χρόνο οι πληγές έκλεισαν και η καθημερινότητα επανήλθε.
Σύμφωνα με τον Edgar O’Ballance στο “The Greek Civil War, 1944–1949”, δεύτερη δύναμη περίπου 700 ανταρτών — μεταξύ αυτών και γυναίκες — επιτέθηκε και κατέλαβε προσωρινά τους Μεταξάδες για τρεις ημέρες, προτού εκδιωχθεί από ενισχύσεις του Ελληνικού Εθνικού Στρατού· το ακριβές έτος δεν διευκρινίζεται, με πιθανές χρονολογήσεις γύρω στις 15 Μαΐου ή τον Ιούνιο.
1946
Ιανουάριος
Στις 15 Ιανουαρίου εμφανίστηκαν αντάρτικες ομάδες, που λεηλάτησαν τους Μεταξάδες και γειτονικά χωριά.
Ιούνιος
Στις 10 Ιουνίου εκδηλώθηκε αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του διοικητή του σταθμού Χωροφυλακής Μεταξάδων. Ο δράστης, Γ. Μπουμπουλίδης, συνελήφθη και ομολόγησε ότι ενήργησε κατ’ εντολή βουλγαρικής αναρχικής οργάνωσης. Σύμφωνα με τότε πηγές, το επεισόδιο συνδέθηκε με ευρύτερες ανησυχίες για βουλγαρικές παραστρατιωτικές διεισδύσεις και φερόμενη συνεργασία αριστερών ανταρτικών σχηματισμών, συμπεριλαμβανομένων ΝΟΦ και κομμουνιστικών πυρήνων, υπό ενιαίο συντονισμό.
Οι ελληνικές αρχές δήλωσαν ότι εντόπισαν καταλόγους «εθνικοφρόνων» προς στοχοποίηση, στοιχειοθετώντας —κατά την άποψή τους— οργανωμένη υπονομευτική δράση στην περιοχή, υπό το πρόσχημα της «συμφιλίωσης» του πληθυσμού.
Αύγουστος
Στις 11 Αυγούστου σημειώθηκε συμπλοκή στους Μεταξάδες. Ο ιδιώτης οδηγός της Χωροφυλακής, Καλαντζής, σκοτώθηκε και οι αντάρτες αφαίρεσαν τον οπλισμό του. Ένας αντάρτης επίσης έπεσε νεκρός, αλλά οι σύντροφοί του μετέφεραν τη σορό κατά την υποχώρηση.
Στις 24 και 27 Αυγούστου, έλαβαν χώρα συμπλοκές στους Μεταξάδες και τον Κόρυμπο. Πενήντα αντάρτες, υποχωρώντας, διασπάστηκαν σε δύο τμήματα: το ένα υπό τον Ευάγγελο Κατιμερίδη («Καπετάν Φλέσσας») και το άλλο υπό τον Θεόδωρο Κατιμερίδη («Ανανίας»). Η μία ομάδα κινήθηκε προς τα βουλγαρικά σύνορα και η άλλη προς νότο.
Πιο συγκεκριμένα, τέσσερις δύναμεις ασφαλείας από την περιοχή Διδυμοτείχου ενεπλάκησαν σε παρατεταμένη σύγκρουση με περίπου 50 αντάρτες κοντά στη Χόρυμπα, πλησίον των Μεταξάδων, ενώ αυτοί επιχειρούσαν διαφυγή προς Βουλγαρία. Επικεφαλής φέρονταν οι Ε. Κατιμερίδης (Καπετάν Φλέσσας) και Θ. Κατιμερίδης (Καπετάν Ανανίας). Η σύγκρουση κράτησε ως αργά τη νύχτα, με απολογισμό δύο νεκρούς αντάρτες και τρεις τραυματίες που διέφυγαν. Συνελήφθησαν οι οπλισμένοι Τρ. Θεοδωρίδης («Καπετάν Κοπτερός») και Δ. Λαμπίδης («Καπετάν Γιαγκούλας»).
Σε συναφές περιστατικό συνελήφθη ο αντάρτης Γ. Σπυρίδης (ή Κατσάκης) της ομάδας «Μοράβα», ο οποίος κατέθεσε ότι σε προηγούμενη εμπλοκή στη θέση Ιντζαλί, από συμπλοκή ανταρτών με αποσπασμα Χωροφυλακής, σκοτώθηκαν τέσσερις αντάρτες —μεταξύ τους ο αρχηγός «Μοράβα»— και τραυματίστηκαν τρεις.
Οκτώβριος
Στις 11 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το βιβλίο «Ο Εμφύλιος στον Έβρο», δεκαέξι νεοστρατευθέντες από τους Μεταξάδες παρουσιάστηκαν στο αρχηγείο ανταρτών στη Μουκάντε, εγκαταλειμμένο σήμερα χωριό κοντά στο Δάσος Δαδιάς. Το γεγονός εντάχθηκε σε φάση έντονης στρατολόγησης μετά την έναρξη του δεύτερου γύρου συγκρούσεων και την «κλιμάκωση της τρομοκρατίας» από την αντίπαλη πλευρά. Η μαζική φυγή στα βουνά αποδόθηκε στο «αφόρητο κλίμα φόβου» από τον κυβερνητικό στρατό και στη γραμμή του Ζαχαριάδη.
Νοέμβριος
Στις 9 Νοεμβρίου, ισχυρή ομάδα Βουλγάρων στρατιωτών επιτέθηκε στο χωριό. Στις 17 Νοεμβρίου, οι Βούλγαροι καταδιώχθηκαν στα περίχωρα των Μεταξάδων και υποχώρησαν εντός βουλγαρικού εδάφους. Στις 21 Νοεμβρίου, τηλεγραφήματα προς τις τοπικές στρατιωτικές αρχές ανέφεραν ασυνήθιστη αύξηση αντάρτικης δραστηριότητας στην περιοχή, χωρίς όμως σοβαρά επεισόδια. Πλήθος μαχητών του ΕΛΑΣ, εκπαιδευμένων στο Μάγλιτς της Γιουγκοσλαβίας, είχε αφιχθεί και ο επικεφαλής τους είχε έρθει σε επαφή με τοπικούς κομμουνιστές για συντονισμένες ενέργειες κατά ελληνικών χωριών και κωμοπόλεων.
Δεκέμβριος
Στις 5 Δεκεμβρίου, σημειώθηκε επίθεση με όλμους στο Αστυνομικό Τμήμα Μεταξάδων. Το χωριό πολιορκήθηκε και ακολούθησε σφοδρή μάχη. Παρά την αντίσταση, οι επιτιθέμενοι πυρπόλησαν έξι οικίες και λεηλάτησαν τις αποθήκες τροφίμων της UNRRA, αποσπώντας 46 βοϊδάμαξες με ρουχισμό και τρόφιμα, μεταξύ των οποίων 2.000 οκάδες γλυκόζης, προτού αποσυρθούν.
Κατά τη διάρκεια της μάχης, τρεις χωροφύλακες και ένας αστυνομικός έσπασαν τον κλοιό και έφτασαν στο Διδυμότειχο για ενισχύσεις. Ο ενωμοτάρχης Χρήστος Ζήκος (μεταγενέστερα τιμητικά ανθυπολοχαγός) και ο αστυνομικός Παύλος Γαλαρόπουλος συνέχισαν τον αγώνα αλλά, ξεμείνοντας από πυρομαχικά, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν στην πλατεία από τους αντάρτες. Ο χωροφύλακας Ευστ. Λαμπρόπουλος συνελήφθη αλλά τελικά αφέθηκε.
Καθώς οι αντάρτες αποσύρονταν, ορισμένοι κάτοικοι των Μεταξάδων τούς ακολούθησαν.
Στις 6 Δεκεμβρίου, οι Μεταξάδες περικυκλώθηκαν εκ νέου. Οι στρατιώτες που κατέφθασαν αντίκρισαν το αποτρόπαιο θέαμα των σορών του Ζήκου και ενός χωροφύλακα στην πλατεία. Μετά από σύντομες συμπλοκές με την Εθνοφυλακή, οι αντάρτες συνέλαβαν εκ νέου τον Ζήκο και τους χωροφύλακες Παύλο και Λαμπρόπουλο· ο Λαμπρόπουλος αφέθηκε λόγω γνωριμίας, ενώ οι δύο πρώτοι καταδικάστηκαν επί τόπου για εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκαν δημόσια (κατ’ άλλους, στη μουριά «Καραγάτσι»), προκαλώντας κύμα τρόμου.
Κατά την αφήγηση του Βαγγέλη Κασάπη («Καπετάν Κρίτωνα») στο βιβλίο «Ο Εμφύλιος στον Έβρο», ο στόχος ήταν ο Σταθμός Χωροφυλακής: το 1ο Υπαρχηγείο επιτέθηκε στο τμήμα και στον στρατιωτικό λόχο εντός Μεταξάδων. Η τρίωρη μάχη κατέληξε στην κάμψη της αντίστασης· 24 στρατιώτες, τρεις χωροφύλακες και ο ενωμοτάρχης Χρ. Ζήκος αιχμαλωτίστηκαν και ο τελευταίος εκτελέστηκε δημόσια, στιγματισμένος από τους αντάρτες. Ως λάφυρα αναφέρονται ένα πολυβόλο, οπλισμός των αιχμαλώτων, 46 βοϊδάμαξες με εφόδια και 2.000 οκάδες γλυκόζης της UNRRA. Το γεγονός σκόρπισε φόβο στο χωριό.
Στις 7 Δεκεμβρίου, το 557ο Τάγμα Πεζικού αφίχθη στο Διδυμότειχο στις 13:00, ανέπτυξε δυνάμεις και μία λόχος εγκαταστάθηκε στη (πλέον κατεδαφισμένη) Συναγωγή. Στις 15:30 μεταφέρθηκαν στο Λάδη και πεζή, στις 18:00, έφτασαν στους Μεταξάδες, διανυκτερεύοντας στο σχολείο.
Στις 8 Δεκεμβρίου, λόχος διατάχθηκε για αναγνώριση των ελληνικών φυλακίων στα σύνορα. Η 2η Διμοιρία, κινούμενη προς Μεταξάδες–Βούλγαρας Χωράφι–Σκάλα–Μικρό Δέρειο, συνέλαβε ομάδα ανταρτών από το Αλεποχώρι. Το μεσημέρι, η 3η Λόχος, κατευθυνόμενη προς το Φυλάκιο 51, δέχθηκε πυρά αυτομάτων και όλμων· οι μάχες διήρκεσαν ως τις 18:00. Οι στρατιώτες κατέλαβαν το ύψωμα Σκάλα, όπου οχυρώθηκαν και διανυκτέρευσαν, εντοπίζοντας ομαδικό τάφο. Στη σύγκρουση έπεσε ο λοχαγός Ανδρικάκης (διοικητής 1ης Λόχου) και αιχμαλωτίστηκε ένας στρατιώτης. Αναφέρθηκαν 20 νεκροί αντάρτες, ενώ οι τραυματίες τους απεσύρθησαν.
Κατά την εκδοχή του Κασάπη/Κρίτωνα, συνελήφθησαν 47 στρατιώτες και σκοτώθηκαν οκτώ αξιωματικοί και τρεις αξιωματικοί (ένας λοχαγός και δύο ανθυπολοχαγοί). Ως λάφυρα καταγράφονται επτά ημίονοι, ένας όλμος με 20 βλήματα, 30.000 φυσίγγια και ατομικός οπλισμός νεκρών και αιχμαλώτων. Τρεις αντάρτες σκοτώθηκαν και πέντε τραυματίστηκαν ελαφρά. Οι δυνάμεις παρέμειναν αμυντικά στη Σκάλα, αναμένοντας την εξέλιξη.
Καιρικές συνθήκες: Από τις 17:00 της 8ης έως τις 04:00 της 9ης Δεκεμβρίου, συνεχής βροχή, βαθύ σκότος και δριμύ ψύχος. Οι άνδρες, νηστικοί και εξαντλημένοι από πορείες, κρατούνταν σε εγρήγορση με προσπάθειες των αξιωματικών. «Παρότι νεοσύλλεκτοι, έδειξαν θάρρος και ψυχραιμία», αναφέρει το Ημερολόγιο του 557ου Τάγματος.
Στις 9 Δεκεμβρίου, το τάγμα κινήθηκε προς Μικρό Δέρειο χωρίς επαφή, ενώ στις 10 Δεκεμβρίου ανασυντάχθηκε. Οι αντάρτες, αποδυναμωμένοι από τις συνεχείς συγκρούσεις, απέφυγαν επαφές και κατέφυγαν στη Γιαννούλη Σουφλίου, όπου σημειώθηκε νέα σύγκρουση με άλλο απόσπασμα: εννέα αιχμάλωτοι αντάρτες και τρεις νεκροί.
Μετά από επιχείρηση στην Κυριακή, το 1ο Υπαρχηγείο μετακινήθηκε στην περιοχή Μεταξάδων–Διδυμοτείχου. Εκεί οι αντάρτες ανασυγκρότησαν δυνάμεις, ανανέωσαν οπλισμό και στρατολόγηση, και σχεδίασαν ισχυρότερο πλήγμα από εκείνο της Δαδιάς.
Στις 11 Δεκεμβρίου, οι αντάρτες επανεμφανίστηκαν προς Διδυμότειχο. Το 557ο Τάγμα οργάνωσε δίκτυο πληροφοριών στα χωριά για παρακολούθηση κινήσεων. Ο κύριος όγκος των ανταρτών παρέμενε στην παραμεθόρια ζώνη και κατέβαινε σε Αβδέλλα, Μεταξάδες, Παλιούρι, Γιατράδες, Σαύρα, Βρυσίκα και Κυανή, είτε για στρατολόγηση είτε για επισιτιστική ενίσχυση από οικίες.
Στις 16 Δεκεμβρίου, δώδεκα αντάρτες παραδόθηκαν στις αρχές των Μεταξάδων, κατόπιν πίεσης στρατού και χωροφυλακής. Ένας υπέκυψε στις κακουχίες.
1947
Ιανουάριος
Από 11 έως 13 Ιανουαρίου, σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε το 557ο Τάγμα Πεζικού, οι αντάρτες κατέλαβαν τους Μεταξάδες, το Παλιούρι και την Αβδέλλα, στρατολογώντας περίπου 40 νέους. Άλλη ομάδα πυρπόλησε τον αστυνομικό σταθμό στα Βρυσικά. Η 3η Λόχος διατάχθηκε να κινηθεί άμεσα για ενίσχυση των αμυνομένων και η επίθεση τελικά αποκρούστηκε, προ της επιστροφής στο Διδυμότειχο. Παρά τους ισχυρισμούς του «Κρίτωνα» και τις επιτυχίες των ανταρτών σε Κυριακή, Κόρυμπο και Μεταξάδες, υπήρχαν δυσχέρειες στη διοίκηση των αντάρτικων σωμάτων.
Φεβρουάριος
Στις 16 Φεβρουαρίου, το 551ο Τάγμα Πεζικού ανέπτυξε δυνάμεις στην περιοχή, εγκαθιστώντας βάση στη Χελιδόνα. Τους επόμενους μήνες εξαπέλυσε σειρά επιχειρήσεων κατά ανταρτών που δρούσαν σε Χιονάδες, Χανδρά, Μεγάλη Τράμπα, Πολιά, Λάδη, Κυπρίνο, Αβδέλλα, Γιατράδες και Μεταξάδες.
Μάρτιος
Στις 4 Μαρτίου, ο στρατός του Βόρειου Έβρου κινήθηκε προς Πολιά, Αβδέλλα και Μεταξάδες, παρά τις δύσκολες συνθήκες από βροχή και λάσπη. Κοντά στο Γκοστ Τεπέ (Πολιά), ομάδα 10–15 ανταρτών επιτέθηκε με αυτόματα. Υπό τον «Καπετάν Σαράφη», οι αντάρτες συμπτύχθηκαν σε υψώματα ΝΔ της Αβδέλλας και Δ των Μεταξάδων. Ο στρατός εισήλθε στους Μεταξάδες, διανυκτέρευσε και την επομένη επέστρεψε στη Χελιδόνα.
Μάιος
Τον Μάιο, το Στρατηγείο του 557ου μετεγκαταστάθηκε από Διδυμότειχο στους Μεταξάδες, πλησίον των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, διαταράσσοντας τις επικοινωνίες των ανταρτών από το Μικρό Δέρειο προς την κοιλάδα του Ερυθροποτάμου.
Ιούνιος
Το Επεισόδιο των Μεταξάδων
Το «Επεισόδιο των Μεταξάδων» σημειώθηκε στις 23 Ιουνίου 1947, όταν περίπου 40 αντάρτες διήλθαν από Βουλγαρία στο ρέμα Ακλανιώτικο–Ρεβίνα, δυτικά του Αλεποχωρίου. Ισχυρή ομάδα υπό τον «Κρίτωνα» περικύκλωσε νεοσύλλεκτους μόλις 2 χλμ. από τα σύνορα. Η νυχτερινή επίθεση κράτησε τρεις ώρες, με πέντε νεκρούς αντάρτες και έναν λοχία του στρατού· αναφέρεται συμμετοχή γυναικών ανταρτισσών.
Έντεκα Έλληνες στρατιώτες κατέθεσαν για το συμβάν. Ο λοχαγός Γεώργιος Λεβούνης και ο ανθυπασπιστής Κων. Μιχαλάκης μαρτύρησαν ότι οι αντάρτες προήλθαν και υποχώρησαν στη Βουλγαρία, εντοπίζοντας ίχνη ανθρώπων και ζώων προς το Ακαλαιώτικο Ρέμα. Ο λοχίας Στέφανος Μουταφτσίδης ανέφερε επανειλημμένες διελεύσεις μέσω μουλαρόδρομων, κάτι που επιβεβαιώθηκε από δύο ακόμη στρατιώτες. Ο λοχίας Ιορδάνης Θεοφανίδης δήλωσε ότι είδαν με τα μάτια τους ολιγομελή τμήματα σε βουλγαρικό έδαφος, χωρίς δυνατότητα εμπλοκής. Ο ανθυπολοχαγός Χαράλαμπος Χαραλαμπόπουλος εκτίμησε περί τους 100 αντάρτες να διέρχονται στη Βουλγαρία. Ο στρατιώτης Κων. Τράπαλης, αιχμάλωτος για δύο ημέρες, κατέθεσε ότι κρατήθηκε στη Βουλγαρία. Ο Ζήσης Μπαράλης, νεοστρατολογημένος αντάρτης, κατέθεσε ότι οδηγήθηκαν από Βούλγαρο πολίτη εντός Βουλγαρίας, όπου έλαβαν εφόδια και καταφύγιο, περιγράφοντας «φιλικές σχέσεις» και υποστήριξη.
Στις 24 Ιουνίου, περίπου 250 αντάρτες διήλθαν κοντά στο Φυλάκιο 53 και, ενώθηκαν με δεύτερη ομάδα 250 εντός Ελλάδας, επιτιθέμενοι στη φρουρά των Μεταξάδων. Η κυβέρνηση ανέφερε ότι απωθήθηκαν και επανήλθαν στη Βουλγαρία. Συγκεκριμένα, περί τους 400 οπλοφόρους υπό τον «Κρίτωνα» εξαπέλυσαν συντονισμένη αιφνιδιαστική επίθεση από τρεις κατευθύνσεις κατά 75 νεοσυλλέκτων του 557ου. Χρησιμοποιήθηκαν όλμοι και βαρέα όπλα. Μετά τρίωρη μάχη, οι στρατιώτες αντεπιτέθηκαν, προκαλώντας σύγχυση και υποχώρηση των επιτιθεμένων. Κατά την αναδίπλωση, αρκετοί σκοτώθηκαν ή συνελήφθησαν, ενώ οι υπόλοιποι πέρασαν εκ νέου στη Βουλγαρία. Ένας Έλληνας λοχίας έπεσε στη μάχη.
Αύγουστος
Στις 29 Αυγούστου 1947, η Υποεπιτροπή της Επιτροπής Έρευνας Μεθοριακών Περιστατικών του Συμβουλίου ενέκρινε εξέταση των επεισοδίων σε Μηλιά–Θεράπιο, Μεταξάδες και Ορμένιο επί ελληνικού εδάφους, με πιθανή μεταγενέστερη αυτοψία στη βουλγαρική πλευρά. Η έρευνα σε ελληνικό έδαφος ξεκίνησε την 1η Σεπτεμβρίου, με αναχώρηση από Θεσσαλονίκη προς Θράκη.
Σεπτέμβριος
Τον Σεπτέμβριο του 1947, οι κοινοτάρχες της περιοχής Διδυμοτείχου εξέδωσαν κοινό ψήφισμα προς την κυβέρνηση, περιγράφοντας την κατάσταση ως αφόρητη λόγω συνεχών επιθέσεων: εκτεταμένες καταστροφές σε γέφυρες και σιδηροδρόμους, μαζική εγκατάλειψη χωριών και συρροή προσφύγων στο Διδυμότειχο χωρίς επαρκή μέριμνα. Ζητήθηκαν ενίσχυση στρατιωτικών δυνάμεων, άμεση περίθαλψη προσφύγων και μέτρα για επιστροφή και επανακατοίκηση.
Νοέμβριος
Καταγράφηκαν νέες επιθέσεις ανταρτών κατά των Μεταξάδων, που όμως αποκρούστηκαν.
Δεκέμβριος
Στις 2 Δεκεμβρίου, συγκρούσεις δυνάμεων του 557ου με αντάρτες στην ευρύτερη περιοχή Λάδη–Μεταξάδων. Μετά από ώρες μάχης, έπεσε ένας στρατιώτης της φρουράς Λαδή· οι απώλειες των ανταρτών εκτιμήθηκαν σε πάνω από 20 νεκρούς και τραυματίες. Παράλληλα, παραδόθηκαν ένας αντάρτης κοντά στη Μάνη και ένας πλησίον Διδυμοτείχου.
Στις 4 Δεκεμβρίου, τηλεγραφήματα του Τύπου Θεσσαλονίκης ανέφεραν ότι δύναμη περίπου 600 ανταρτών, προερχόμενη από Βουλγαρία, επιτέθηκε στους Μεταξάδες. Η τοπική φρουρά, με έγκαιρες ενισχύσεις, τους απώθησε προς τα σύνορα, αφήνοντας 20 νεκρούς. Την ίδια ημέρα, δεύτερη σύγκρουση κοντά στα σύνορα είχε πολλούς νεκρούς αντάρτες (20 σοροί στο πεδίο) και τρεις τραυματίες Έλληνες στρατιώτες. Παράλληλα, ξεχωριστή αντάρτικη δύναμη επιτέθηκε στο γειτονικό Λάδη, όπου επίσης αποκρούστηκε.
1948
Μάρτιος
Στις 15 Μαρτίου, η Βαλκανική Επιτροπή του ΟΗΕ ανακοίνωσε επίσημα την αποστολή παρατηρητών σε Σουφλί, Διδυμότειχο, Ορεστιάδα, Μεταξάδες και Λάδη για διερεύνηση καταγγελιών περί μετακίνησης παιδιών από αντάρτες. Εξετάστηκαν 21 μάρτυρες, ανάμεσά τους μητέρες των παιδιών. Στους Μεταξάδες και στη Λάδη, η επίσκεψη έγινε τρεις ημέρες μετά τις επιθέσεις. Οι μητέρες αφηγήθηκαν στα μέσα τον τρόπο που χάθηκαν τα παιδιά τους.
Η Ομάδα Παρατηρητών 6 του ΟΗΕ ανέφερε ότι, έως 31 Μαρτίου 1948, τα παιδιά που μεταφέρθηκαν σε χώρες βόρεια της Ελλάδας ήταν κυρίως τέκνα ανταρτών ή προσώπων που τους υποστήριζαν. Επιπλέον, ορισμένα παιδιά φαίνεται να βρέθηκαν μαζί με ενήλικες που είχαν εξαναγκαστεί σε στράτευση. Δεν τεκμηριώθηκε, ωστόσο, μαζική αρπαγή παιδιών για «εκπαίδευση» στο εξωτερικό. Σε μεταγενέστερη έκθεση, η αποτυχία των ανταρτών να απαγάγουν δύο έφηβες (13 και 14 ετών) από οικία στους Μεταξάδες θεωρήθηκε συμβατή με το παραπάνω συμπέρασμα. Τεκμηριώθηκε ότι εφαρμόστηκε, τουλάχιστον εν μέρει, σχέδιο μεταφοράς παιδιών στο εξωτερικό, χωρίς αποδείξεις γενικευμένου εξαναγκασμού· υπήρχαν, όμως, ενδείξεις αντίδρασης γονέων, διαφυγές παιδιών, κρυψώνες για αποφυγή αναχώρησης και περιστατικό σε χωριό του Έβρου όπου γονείς λιθοβόλησαν αντάρτες που επιχειρούσαν να πάρουν παιδιά.
Στις 28 Μαρτίου, η Γενική Διοίκηση ανακοίνωσε ότι οι οικισμοί Λάδης και Μεταξάδων δέχθηκαν επίθεση από αντάρτικη δύναμη. Αναφέρθηκαν 33 απαχθέντες και πυρπολήσεις οικιών στα όρια των χωριών. Περί τους 600 αντάρτες στόχευσαν το 557ο Τάγμα που φρουρούσε τη γέφυρα του Ερυθροπόταμου (Κιζίλ Ντερέ) στη Λάδη. Το τάγμα είχε δύο απώλειες, ενώ πέντε αντάρτες παραδόθηκαν.
Απρίλιος
Στις 3 Απριλίου, οι αντάρτες επιτέθηκαν στη Μάκρη Αλεξανδρούπολης αλλά αποκρούστηκαν ύστερα από τρίωρη μάχη, με δύο χωροφύλακες και έναν της ΜΑΥ τραυματίες. Την ίδια νύχτα, δύναμη περίπου 500 ανδρών επιτέθηκε εκ νέου σε Μεταξάδες και Λάδη, που υπερασπίζονταν τμήματα του 557ου. Χρησιμοποιήθηκαν πυροβόλα και όλμοι για διείσδυση στους οικισμούς και πραγματοποιήθηκαν βίαιες στρατολογήσεις 23 ανδρών και 9 νεαρών. Ο απολογισμός για το τάγμα: δύο νεκροί και τρεις τραυματίες· μετά εξάωρη μάχη, οι κυβερνητικές δυνάμεις απέκρουσαν τους επιτιθέμενους με βαριές απώλειες γι’ αυτούς.
Μάιος
Στις 7 Μαΐου, η 1η Λόχος του 552ου μετετέθη στους Μεταξάδες. Στις 14 Μαΐου, τέσσερις στρατιώτες και ο λοχαγός Σπυρίδων Βλαϊκος σκοτώθηκαν από έκρηξη νάρκης.
Ιούλιος
Τις πρώτες ώρες της 15ης Ιουλίου, το 559ο Τάγμα, κινούμενο από Μεταξάδες προς Βρυσικά, δέχθηκε σφοδρά πυρά από αντάρτες που κατείχαν το ύψωμα Ζοντάν Τεπέ. Στη σύγκρουση έπεσαν ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Κωνσταντίνος Σταϊκίδης και τρεις στρατιώτες, ενώ έξι τραυματίστηκαν. Ο διοικητής του τάγματος, αντισυνταγματάρχης Eυστάθιος Θεοδωρόπουλος, αγνοήθηκε και αργότερα διαπιστώθηκε ότι αιχμαλωτίστηκε. Με διαταγή μετακίνησης προς Διδυμότειχο, το τάγμα ανασυντάχθηκε· τέσσερις ημέρες μετά, ο Θεοδωρόπουλος κατόρθωσε να αποδράσει και παρουσιάστηκε στο Φυλάκιο 40 στην «Τρίγωνο Πενταλόφου».
1949
Σύμφωνα με μαρτυρίες, τον Μάιο του 1949 δύναμη περίπου 700 ανταρτών διέβη και επανήλθε στα σύνορα κατά την ανατολική πορεία της από την περιοχή Χαϊντού, με στόχο επίθεση στους Μεταξάδες. Μετά την αποτυχία της ενέργειας, οι δυνάμεις υποχώρησαν σε βουλγαρικό έδαφος. Κατά τις μετακινήσεις τους μεταξύ Έβρου και Μπέλλες, οι αντάρτες χρησιμοποιούσαν συχνά βουλγαρικό έδαφος και συνομιλούσαν με Βούλγαρους συνοριοφύλακες. Υπό πίεση του ελληνικού στρατού, τμήματα των ανταρτών κατέφυγαν επανειλημμένα στη Βουλγαρία, με γνώση των τοπικών αρχών. Παρατηρητές του ΟΗΕ ανέφεραν ότι στις 15 Ιουνίου 1949 παρακολούθησαν ομάδα ανταρτών να περνά στη Βουλγαρία κοντά σε επανδρωμένο φυλάκιο, πιεζόμενη από ελληνικές δυνάμεις.
Επιχείρηση Μεταξάδων
Στις 13 Μαΐου, σχέδιο προσβολής του Αχυροχωρίου (Νέα Βύσσα) απορρίφθηκε ομόφωνα από την ηγεσία της αντάρτικης μονάδας, που πρότεινε αντ’ αυτού επιχείρηση στους Μεταξάδες. Ο αρχικά επίμονος στη στοχοποίηση του Αχυροχωρίου διοικητής «Χείμαρρος» συναίνεσε τελικά στην αλλαγή, με διττό στόχο: εξουδετέρωση ή αιχμαλώτιση της οχυρωμένης φρουράς και διενέργεια στρατολογήσεων.
Ο Ελληνικός Στρατός είχε οργανώσει εκτεταμένα, ισχυρά και δυσδιείσδυτα οχυρά στα δεσπόζοντα υψώματα πέριξ των Μεταξάδων. Τα υπόγεια έργα ενισχύονταν με λιθοδομές, συρματοπλέγματα, παγίδες και ναρκοπέδια, υπερασπιζόμενα από δύο λόχους.
Καθημερινά με το σούρουπο, 800–1.000 ικανοί προς εργασία άνδρες από τους Μεταξάδες και τα γειτονικά χωριά συγκεντρώνονταν εντός των οχυρώσεων. Με το πρώτο φως, αποδεσμεύονταν για τα χωράφια, με ρητές οδηγίες άμεσης επιστροφής σε περίπτωση συναγερμού. Φρουρές σε Λάδη, Κυριακή και Σουφλί μπορούσαν να ενισχύσουν τα οχυρά εντός 2–3 ωρών.
Το απόγευμα της 13ης Μαΐου δόθηκε διαταγή έναρξης της επιχείρησης. Ως τα χαράματα της 14ης Μαΐου, αντάρτικα τμήματα είχαν λάβει θέσεις στα δασωμένα υψώματα που περιβάλλουν το χωριό. Με το σούρουπο της ίδιας ημέρας προωθήθηκαν σε απόσταση προσβολής, αναμένοντας την ανατολή για να αιφνιδιάσουν κατά την έξοδο των χωρικών από τα οχυρά για στρατολόγηση.
Στις 15 Μαΐου άρχισε η Μάχη των Μεταξάδων.
Η Μάχη των Μεταξάδων
Η Μάχη των Μεταξάδων ήταν μία μάχη, μέρος του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου που έλαβε χώρα στο χωριό Μεταξάδες Έβρου από τις 15 έως 20 Μαΐου 1949, μεταξύ του Ελληνικού Στρατού (ΕΣ) και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στην περιοχή ανάμεσα των δύο λόφων του χωριού. Η μάχη αυτή αποτέλεσε την τελευταία απόπειρα του ΔΣΕ να επιχειρήσει εκτός των οχυρωμένων συγκροτημάτων στο Γράμμο και το Βίτσι. Ήταν η μεγαλύτερη και τελευταία μεγάλη και αιματηρή μάχη στον νομό Έβρου.
Μία εβδομάδα πριν τις 15 Μαΐου 1949, η γύρω περιοχή είχε καταληφθεί από τους αντάρτες και έτσι οι κάτοικοι των χωριών Παλιουρίου, Πολιάς, Αβδέλλας και Αλεποχωρίου είχαν εγκατασταθεί στους Μεταξάδες. Οι στρατιώτες ήξεραν για την επίθεση των ανταρτών και δεν άφηναν τους αγρότες να πάνε στα χωράφια τους.
Η επίθεση ξεκίνησε την Κυριακή 15 Μαΐου. Οι κάτοικοι του χωριού πανικόβλητοι έτρεχαν να κρυφτούν στους γύρω λόφους, όπου υπήρχαν πολλά αμπριά (οχυρά κρησφύγετα μέσα από χώμα). Κάθε αμπρί χωρούσε 15 με 20 άτομα. Το Ύψωμα των Μεταξάδων, το οποίο φρουρούνταν από τον Υπολοχαγό Λάζο και μια διμοιρία πολιτοφυλάκων ήταν από τα σημαντικότερα στον Έβρο. Λίγος στρατός βρισκόταν και στο Υδραγωγείο ή Ασβεσταριά, όπως λεγόταν τότε, αλλά γρήγορα έπεσε στα χέρια των ανταρτών. Τρία εικοσιτετράωρα οι αντάρτες προσπαθούσαν να καταλάβουν το ύψωμα. Ο στρατός όμως με τη βοήθεια των κατοίκων που είχαν κρυφτεί στα αμπριά, τους απωθούσε. Εξάλλου χρησιμοποιούσε όλμους και πολυβόλα σε αντίθεση με τους αντάρτες, οι οποίοι είχαν στην κατοχή τους όλμους μικρής ισχύος που όμως δεν ήξεραν να τους χειρίζονται σωστά. Ο ανεφοδιασμός του οχυρού σε πολεμοφόδια και τρόφιμα γινόταν δύσκολα γιατί ο κλοιός ήταν ασφυκτικός. Τα αεροπλάνα που πετούσαν πάνω από το Ύψωμα γι’ αυτό το σκοπό, τις περισσότερες φορές τα έριχναν κατά λάθος στα σημεία των ανταρτών.
Ήταν πολλοί αυτοί που ήθελαν να εγκαταλείψουν το Ύψωμα αλλά δεν τους το επέτρεπε ο Υπολοχαγός, ο οποίος είχε εντολή να προστατέψει το οχυρό των Μεταξάδων πάση θυσία, μη πέσει στα χέρια των ανταρτών. Έτσι έστειλε μήνυμα για βοήθεια. Η βάση του στρατού ήταν στο Πρωτοκκλήσι απ’ όπου και στάλθηκαν δύο Λοχαγοί για να ενισχύσουν το οχυρό. Η πρόσβαση σ’ αυτό όμως ήταν πολύ δύσκολη. Νάρκες ήταν τοποθετημένες σ’ όλα τα περάσματα. Παρ’ όλα αυτά διέσπασαν τον κλοιό και μπήκαν στη μάχη μαζί με μια ταξιαρχία από τη Λάδη κι έτσι κατάφεραν να νικήσουν τους αντάρτες. Στις 18 του Μάη δόθηκε η τελευταία μάχη όπου οι αντάρτες παραδόθηκαν. Οι περισσότεροι κατέφυγαν σε κάποιες χαράδρες όπου και σκοτώθηκαν από βομβαρδισμούς αεροπλάνων.
Όσοι σώθηκαν έφυγαν από την Ελλάδα ακολουθούμενοι από τις οικογένειές τους, αλλά και από άλλους συγχωριανούς που τους βοηθούσαν για να γλιτώσουν από τα αντίποινα του στρατού. Σιγά-σιγά οι άνθρωποι άρχισαν να κατεβαίνουν στο χωριό για να αντικρίσουν πολλά σπίτια καμένα, οικογένειες ξεκληρισμένες και περιουσίες κατεστραμμένες και από τους αντάρτες κι από το στρατό που κυνηγούσε όποιον τους βοηθούσε. Με τον καιρό βέβαια επουλώθηκαν οι πληγές, ξαναγύρισαν στις εργασίες τους και την προηγούμενη ζωή τους.
