Βουλγαρική Κατοχή

Η περίοδος της βουλγαρικής κατοχής έφερε βίαιες αλλαγές, προσπάθειες εκβουλγαρισμού και δοκιμασίες για τους κατοίκους της Θράκης. Mέσα από καταπιέσεις, διώξεις και αντιστάσεις, οι Μεταξάδες διατήρησαν την ταυτότητά τους έως την πολυπόθητη απελευθέρωση.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1915, οι Βούλγαροι, μετά την κατάληψη της περιοχής του Διδυμοτείχου και σε συμφωνία με τους Οθωμανούς —αντάλλαγμα για τη συμμετοχή τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο— έφτασαν στους Μεταξάδες και για έναν χρόνο συμβίωσαν ειρηνικά με τους κατοίκους. Από το φθινόπωρο όμως του 1916 οι προθέσεις τους φάνηκαν καθαρά: επιδίωξαν με κάθε τρόπο τον εκβουλγαρισμό της περιοχής. Εκτός από βιαιοπραγίες, έφεραν δασκάλους από τη Βουλγαρία, φυλάκισαν Έλληνες δασκάλους και ιερείς, εξόρισαν τον μητροπολίτη Φιλάρετο και τρομοκράτησαν τον πληθυσμό. Δεν έλειψαν βέβαια και οι επιστρατεύσεις.

Όπως αφηγείται ο Κ. Γεργένης, στον πόλεμο του 1916–1918, όπου απέναντι βρέθηκαν η Αγγλία, η Γαλλία, η Ελλάδα και η Ιταλία από τη μία, και η συμμαχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη Βουλγαρία από την άλλη, ο ίδιος στρατεύτηκε υποχρεωτικά στον βουλγαρικό στρατό και πολέμησε ενάντια σε συμπατριώτες του, στη μάχη της Ασπροβάλτας.

Η προσπάθεια εξόντωσης του Ελληνισμού της Θράκης και ο συστηματικός εκβουλγαρισμός της περιοχής, που είχαν ξεκινήσει ήδη από τους κομιτατζήδες στις αρχές του αιώνα, συνεχίστηκαν και στους Βαλκανικούς Πολέμους και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έως την απελευθέρωση από τον ελληνικό στρατό. Ο Γέργενης σημειώνει ότι στις 22 Μαΐου 1920 οι Μεταξάδες απελευθερώθηκαν από την Μεραρχία Σερρών. Η πρώτη λόχος, υπό τον λοχαγό Σταμάτη Τσιόλα και τον λοχία Δημήτριο Κωμα, φύλαξε τα όρια του χωριού· αργότερα, με την άφιξη δεύτερης μονάδας, οι άνδρες μετακινήθηκαν στη Χελιδώνα και στο Δέρειο, αντικαθιστάμενοι από τον λοχαγό Αριστόδημο και τον λοχία Παρασάκη.

Λίγο νωρίτερα, στις 19 Μαρτίου 1920, Βούλγαρος αξιωματικός και δύο κομιτατζήδες συνέλαβαν τρεις κτηνοτρόφους από το χωριό Τοκμάκι (σημερινοί Μεταξάδες), κοντά στα σύνορα. Τους μετέφεραν στη Μανδρίτσα της βουλγαρικής επικράτειας, τους αφαίρεσαν 16.000 λέβα και τελικά τους άφησαν ελεύθερους.

Επίθεση Κομιτατζήδων στο Διδυμότειχο

Σύμφωνα με τηλεγράφημα από το Διδυμότειχο, στις 30 Ιουνίου 1920 ομάδα 200 κομιτατζήδων, Βουλγάρων και Τούρκων, περικύκλωσε το χωριό Τσομάκιο με σκοπό να το πυρπολήσει. Στο χωριό υπήρχαν μόλις δύο στρατιώτες και δύο χωροφύλακες υπό τον ανθυπολοχαγό Ιωάννη Σώκο. Η αντίσταση τους καθυστέρησε τους επιδρομείς για σχεδόν μία ώρα, ώσπου ενισχυτικό απόσπασμα χωροφυλάκων, υπό τον στρατηγό Γεώργιο Λαγουδάκη, επιτέθηκε και τους έτρεψε σε φυγή.

Η σύγκρουση κράτησε περίπου μιάμιση ώρα· τρεις κομιτατζήδες σκοτώθηκαν, ενώ ανάμεσα στους αμάχους υπήρξαν θύματα: μια γυναίκα και ένα παιδί έπεσαν νεκροί από βουλγαρικά πυρά και άλλες δύο γυναίκες τραυματίστηκαν. Κανείς Έλληνας στρατιώτης δεν τραυματίστηκε. Σε έγγραφα που βρέθηκαν πάνω σε έναν από τους νεκρούς επιβεβαιώθηκε ότι ανήκαν σε έμμισθους μισθοφόρους στην υπηρεσία του στρατιωτικού διοικητή της Αδριανούπολης, Τζαφέρ Ταγιάρ. Τα όπλα που εγκατέλειψαν ήταν τύπου Lebel.

Το τηλεγράφημα τόνιζε τον ηρωισμό του ελληνικού αποσπάσματος, που όχι μόνο απέτρεψε τον εμπρησμό του χωριού, αλλά συνέχισε και την καταδίωξη της συμμορίας.