Τα Ήθη και Έθιμα των Μεταξάδων
Η παράδοση των Μεταξάδων ζει μέσα από τα έθιμα που ενώνουν γενιές. Οι γιορτές γεμίζουν το χωριό με χαρά, νοσταλγία και αισιοδοξία. Οι κάτοικοι και οι ομογενείς κρατούν ζωντανό τον πολιτιστικό τους δεσμό.
Τα Χριστόϊννα
Το παραδοσιακό έθιμο των Χριστουγέννων
Την περίοδο των Χριστουγέννων οι Μεταξάδες προετοιμάζονται από την προπαραμονή της μεγάλης γιορτής. Οι νοικοκυρές θυμιατίζουν το σπίτι καλωσορίζοντας τους καλικάντζαρους και το βράδυ οι άντρες γυρνάνε στα «κόλιαντα». Δεν τραγουδάνε βέβαια, παρά αθόρυβα παίρνουν από τις αυλές των σπιτιών κάρα, αυλόπορτες και ότι άλλο αντικείμενο μικρό ή μεγάλο ξεχάσουν οι νοικοκυραίοι έξω. Τα συγκεντρώνουν στην πλατεία του χωριού και από εκεί τα παίρνουν οι ιδιοκτήτες την επόμενη μέρα αφού πρώτα αφήσουν το αντίτιμο.
Την παραμονή το πρωί αρχίζει η σφαγή των γουρουνιών ενώ τα παιδάκια γυρνάνε στα κάλαντα. Το βράδυ στο τραπέζι υπάρχουν εννιά φαγητά, νηστίσιμα. Μαζεύεται όλη η οικογένεια να δειπνήσει περιμένοντας τους Χριστοϊαννάδες. Αυτοί είναι παλικάρια του χωριού που λένε τα Χριστόϊαννα (κάλαντα) το βράδυ της παραμονής. Ξεκινώντας από το Εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου, γυρνούν όλο το χωριό σε ομάδες, τραγουδώντας ξεχωριστά κάλαντα σε κάθε σπίτι, ανάλογα με την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση και την εργασία του οικοδεσπότη. Έτσι, υπήρχαν τραγούδια αφιερωμένα στους πεταλωτές, τους σιδεράδες, τους ράφτες, τους στρατιωτικούς, τους μπογιατζήδες, τους βοσκούς, τους αρραβωνιασμένους, τους παντρεμένους και τους άτεκνους, ξεκινώντας πάντα:
«Χριστόϊαννα, Χριστόϊαννα, τώρα Χριστός γεννιέται γεννιέται κι ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα το μέλι το τρώνε οι άρχοντες και τα φλουριά στους άγιους κι το μελισσοβότανα φορούν τα παλικάρια…»
Για τον ιερέα ή τον άρχοντα του χωριού:
«Αφέντη μ’ αφεντάκι μου, πέντε φορές αφέντη σήκω σαμπάχλια αφέντη μου και κάτσε στο θρονί σου και πάρε το αργυρό ταψί και νίψε το πρόσωπό σου…»
Για τους χτίστες:
«Αφέντη χρυσομάστορα κι ολάργυρη η τέχνη σ’ το σκιπαράκι σ’ άδραξε και στο βουνό ακούσ’κει…»
Για τους καταστηματάρχες:
«Ένας ‘ μορφος πραματευτής κι μορφομπιζιργιάννης στην Προύσα κι αν πραμάτεψε στη Βενετιά να πάει…»
Για το νεογέννητο μωρό:
«Ένα μικρό μικρούτσικο Σαββατογεννημένο Σαββάτο και αν γεννήθηκε την Κυριακή βαφτίσ’κει…»
Για τα αγόρια:
«Μάνα ν’ οπού ‘ χει τον υγιό τον πουλιοκανακάρη τον έλουζε, τον χτένιζε και στο σχολειό τον στέλνει…»
Για τους νέους:
«Και κείνος πού ‘ναι νιούτσικος να πάει ν’ αρραβωνιάσει…»
Για τα κορίτσια:
«Φραγκίτσα με τα κόκκινα και με τα μαύρα μάτια Φραγκίτσα, δος μας το φιλί, δος μας και την αγάπη…»
Για τους μαθητές:
«Γραμματικέ μ’ και λειτουργέ μ’ και ψάλτη μ’ κι αναγνώστη μ’ χαρτί βαστάει στα χέρια του χαρτί και καλαμάρι…»
… και τέλειωναν κατά τα μεσάνυχτα τραγουδώντας:
«Κι απέδου διάβαινε ο Χριστός με δώδεκα Αποστόλους κι πάλι πίσω γύρισε με τους εννιά αρχαγγέλλους κι όπου ακούμπησε ο Χριστός χρυσό δεντρίτσι βγήκε χρυσά ήταν τα κλωνάρια του κι ολάργυρα τα φύλλα κι απάνω στις κορφούδες του περίστερα φωλιάζαν»
Πρωτοχρονιά
Πρωτοχρονιά το βράδυ, πριν την αλλαγή του έτους, οι γυναίκες του χωριού άνοιγαν φύλλα για την παραδοσιακή βασιλόπιτα ενώ τα παιδιά από νωρίς το πρωί έβγαιναν στους δρόμους για τα σούρβαλα (πρωτοχρονιάτικα κάλαντα) και φώναζαν: Σούρβαλα, μπάμπου, τσιτσί, που σημαίνει : κρέας, γιαγιά, στη σουρβαλιά. Η σουρβαλιά ήταν μια γερή βέργα από κρανιά στην οποία περνούσαν ό,τι τους έδιναν: λουκάνικα, κουλουράκια και κυρίως παστό κρέας. Μετά την εκκλησία μαζεύονταν όλοι γύρω από το σοφρά (ξύλινο χαμηλό στρογγυλό τραπέζι) για το κόψιμο της βασιλόπιτας. Θυμιάτιζαν και ο κύριος του σπιτιού, αφού σταύρωνε την πίτα, έκοβε κομμάτια, πρώτα για τον Αϊ-Βασίλη, μετά για το Χριστό, για το σπίτι, για τα ζωντανά, για τα χωράφια και για κάθε μέλος της οικογένειας με τη σειρά, από τα μεγαλύτερα προς τα μικρότερα.
Θεοφάνια
Πρωτοχρονιά το βράδυ, πριν την αλλαγή του έτους, οι γυναίκες του χωριού άνοιγαν φύλλα για την παραδοσιακή βασιλόπιτα ενώ τα παιδιά από νωρίς το πρωί έβγαιναν στους δρόμους για τα σούρβαλα (πρωτοχρονιάτικα κάλαντα) και φώναζαν: Σούρβαλα, μπάμπου, τσιτσί, που σημαίνει : κρέας, γιαγιά, στη σουρβαλιά. Η σουρβαλιά ήταν μια γερή βέργα από κρανιά στην οποία περνούσαν ό,τι τους έδιναν: λουκάνικα, κουλουράκια και κυρίως παστό κρέας. Μετά την εκκλησία μαζεύονταν όλοι γύρω από το σοφρά (ξύλινο χαμηλό στρογγυλό τραπέζι) για το κόψιμο της βασιλόπιτας. Θυμιάτιζαν και ο κύριος του σπιτιού, αφού σταύρωνε την πίτα, έκοβε κομμάτια, πρώτα για τον Αϊ-Βασίλη, μετά για το Χριστό, για το σπίτι, για τα ζωντανά, για τα χωράφια και για κάθε μέλος της οικογένειας με τη σειρά, από τα μεγαλύτερα προς τα μικρότερα.
Το Έθιμο του Μπέη
Το παραδοσιακό έθιμο της Αποκριάς
Την Τσικνοπέμπτη έσφαζαν κοτόπουλα για να μην τσικνώσει όλο το χρόνο το φαγητό. Την τελευταία Κυριακή, της Τυρινής, πήγαιναν στα πατρικά τους σπίτια όπου έτρωγαν, έπιναν και εύχονταν «σ’χωρεμένα κι βλοημένα», αλληλοσυγχωρούνταν δηλαδή για τυχόν μικροκαβγάδες και διενέξεις που είχαν όλο τον προηγούμενο χρόνο. Η πεθερά κερνούσε τη νύφη χαλβά. Το μεγαλύτερο γλέντι γίνεται την Καθαρή Δευτέρα. Κάποιος εκλέγεται μπέης και μαυρίζεται με κάρβουνο. Μαζί με την ακολουθία του, πάνω σε ένα δίτροχο αμάξι γεμάτο σκόρδα και κρεμμύδια κρεμασμένα, γυρνούν στα σπίτια και μαζεύουν σιτάρι και όσπρια, που στο τέλος τα πουλούν και τα χρήματα τα διαθέτουν για την εκκλησία και για τους φτωχούς.
Ένας άλλος ντύνεται αράπης. Φτιάχνουν και ένα ομοίωμα ανθρώπου από άχυρο πάνω σε τροχούς, το «σταμπουλούδι». Ο αχυρένιος άνθρωπος έχει πάνω του ένα γράμμα για τον αράπη, που γράφει ότι ήρθε από το εξωτερικό και θέλει να παλέψουν. Αρχίζει λοιπόν η πάλη και νικητής είναι το σταμπουλούδι. Ο αράπης κρατάει ένα μακρύ ξύλο, που καταλήγει στο «τοπούζι», πλατύ και βαθύ πιάτο, μέσα στο οποίο οι θεατές ρίχνουν χρήματα. Με ένα ζευγάρι ξύλινα κυάλια «παρακολουθεί» ποιος δεν ρίχνει χρήματα στο τοπούζι. Ακολουθεί χορός και πρώτη χορεύει η «γυναίκα» του κρατώντας ένα μπακίρι γεμάτο νερό, μέσα στο οποίο ο κόσμος ρίχνει τον οβολό του.
Στο τέλος ο αράπης δίνει ευχές για τα σπαρτά. Σκορπά στον αέρα σπόρους και εύχεται, όσο ψηλά πηγαίνουν, τόσο μεγάλη είναι η σοδειά. Όσα χρήματα συγκεντρώνονται μοιράζονται στους άπορους του χωριού.
Πάσχα - Μεγάλη Εβδομάδα
Οι εκδηλώσεις άρχιζαν από το Σάββατο του Λαζάρου. Οι Λαζαρίνες, κορίτσια ντυμένα με την καλή τους φορεσιά, γύριζαν από το πρωί στα σπίτια και τραγουδούσαν. Οι νοικοκυρές τους έβαζαν αυγά μέσα στα καλαθάκια που κρατούσαν. Όταν έμπαιναν στην αυλή κάποιου σπιτιού τραγουδούσαν:
«Γιάννης τη Μάιδω θέλει και την αγαπάει
μα η Μάιδω δεν τον θέλει, δεν τον αγαπάει
και κίνησε κι ο Γιάννης όλο κλαίγοντας κι όλο παίζοντας
στην αδερφή του πάει και στην Κάλλιω του.
-Ωχ!, τι να κάμω Κάλλιω, Κάλλιω μ’, αδερφή μ’
που δε με θέλει η Μάιδω, δε με αγαπάει.
-Σώπα, σώπα συ Γιάννη, εγώ θα κολαστώ
θα κάνω εγώ τη Μάιδω να ‘ ρθει μοναχή.
Βάζει γυναίκας ρούχα και κόρης πρόσωπο
παίρνει και τη ρόκα και διαλάλησε και ψιλόγνεσε.
-Άιντε, μωρέ κορίτσια, να πάμε για λουλούδια, για τριαντάφυλλα.
Άιντε μωρή Μάιδω, για δεν έρχεσαι;
-Φοβούμαι απ’ το Γιάννη και δεν έρχομαι
-Ο Γιάννης κάπου πάει και δεν είναι ‘δώ.
Εκίνησε κι η Μάιδω όλο παίζοντας κι όλο ρίχνοντας.
Στη στράτα που πηγαίναν Γιάννης την κοιτάει, την καλοκοιτάει.
-Μάιδω, αν ήταν ‘δώ Γιάννης, τι θα έκανες;
-Εγώ , αν ήταν Γιάννης, ή θε να σφαχτώ ή θε να πνιχτώ.
-Μάιδω, εγώ ειμ’ ο Γιάννης, γιατί δε σφάζεσαι, γιατί δεν πνίγεσαι;
-Ανάθεμα την Κάλλιω που με πρόδωσε
και έκαμε το Γιάννη και με ντρόπιασε.»
Τη μεγάλη Πέφτη (Πέμπτη), έβαφαν τα’ αυγά με ριζάρι (κόκκινη ρίζα) και κρεμμυδότσουφλα. Όταν τελείωναν τα μέλη της οικογένειας με τη σειρά έπαιρναν ένα αυγό, το γύριζαν τρεις φορές στο πρόσωπό τους και λέγανε:
«Καλώς ήρθες Πασχαλίτσα μ’, καλώς ήρθες
σ’ εμάς η υγεία, στους γύφτους η αρρώστια.»
Τη μεγάλη Παρασκευή έφτιαχναν τις πασχαλιάτικες κουλούρες με το κόκκινο αυγό στη μέση και τσουρέκια. Την Κυριακή του Πάσχα μετά την Εκκλησία πήγαιναν στη νονά την Πασχαλιάτικη κουλούρα κι αυγά κι έτρωγαν όλοι μαζί το αρνί. Το απόγευμα γίνονταν χορός στην πλατεία του χωριού. Οι γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν ταυτόχρονα. Ο χορός άνοιγε με το «Γενίτσαρο».
«Ένας κοντός γενίτσαρος, πολύ κοντός δεν ήταν
βαριά δοσιά του έδιναν πού ‘χει όμορφη γυναίκα
τον ζήλευαν οι χωριανοί, τον ζήλευαν γειτόνοι
τον ζήλευε κι ο βασιλιάς πού ‘χει όμορφη γυναίκα…»
Την ίδια μέρα τα κορίτσια και τα παλικάρια πήγαιναν στην εξοχή και έφτιαχναν κούνιες τη μια απέναντι στην άλλη ώστε όταν κουνιόταν να συναντιούνται στον αέρα και τα πόδια τους ν’ αγγίζονται. Ταυτόχρονα τραγουδούσαν:
«Η μάνα του Γιάννη στην Εκκλησία να πάει
κι η αδερφή στολίζονταν Σάββατο όλη μέρα
μπροστά πηγαίνει η μάνα του, στη μέση η αδερφή του
κατόπιν πάει ο νηστικός σα μήλο μαραμένο
σα μήλο, σαν τριαντάφυλλο, σαν πράσινος βασίλ’ κος…»
Την Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγής γινόταν το μικρό πανηγύρι. Πρόκειται για ένα μικρό Εκκλησάκι στο λόφο Κουρί, λίγο χαμηλότερα απ’ τον Προφήτη Ηλία. Ανέβαιναν όλοι στο λόφο, οι γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν και έτρωγαν εκεί πάνω ψήνοντας τα αρνιά τους σε σούβλες.
Ο Γιάγιανος
Το έθιμο των γεωργών
Το έθιμο του «Γιάγιανου» είναι πολύ παλιό και έχει μεγάλη σημασία, ιδιαίτερα για τους αγρότες του χωριού. Συμβολίζει το γεγονός ότι το καλοκαίρι βρίσκεται στα μισά και ότι από εδώ και πέρα κανείς δεν πρέπει να δουλεύει πολύ σκληρά. Οι κάτοικοι του χωριού φορούν τα καλά τους ρούχα και συγκεντρώνονται μπροστά από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία για να γιορτάσουν αυτή την ιδιαίτερη περίσταση. Η ατμόσφαιρα είναι ζωντανή με τον τέλειο συνδυασμό καλής παρέας, ζωντανής παραδοσιακής μουσικής και ζεστού φαγητού.
Η γιορτή του «Γιάγιανου» γίνεται δύο συνεχόμενες νύχτες, 23 και 24 Ιουνίου. Προετοιμάζοντας την εκδήλωση, οι χωριανοί ξεκινούν τον προγραμματισμό από το βράδυ της 22ης Ιουνίου. Πηγαίνουν στα χωράφια τους με το χάραμα και επιστρέφουν μόνο το απόγευμα. Αφού πλυθούν και καθαριστούν, ντύνονται και οι γυναίκες, φορώντας, κυρίως, κόκκινα πουκάμισα αντί για λευκά. Στη συνέχεια φτιάχνουν ένα μεγάλο μπουκέτο από λουλούδια, αποτελούμενο από διάφορα είδη, κυρίως γιάγιανο και καρυδιές, με τα οποία χορεύουν στην πλατεία του χωριού. Το ίδιο γινόταν και την επόμενη μέρα. Το τραγούδι που τραγουδούσαν και χόρευαν ήταν:
«Και γιάγιανος και σύναρος, Του Γιάννη το βοτάνι
τα δύο βότανια μάλωναν ποιο να μυρίσει κάλλιο
μυρίζει ο Άγιος βότανο που ξιέρ’ κι απού μυρίζει
μυρίζει και το αγόκλημα που ξιερ’ κι από το κλήμα
μυρίζει κι ἀις-Γιάγανος που ξιέρ’ κι απού τη γη του.
Κόρη ξανθή τον μάζευε πλέκοντας το γαϊτάνι
πλέκοντας και χαζεύοντας και σιγοτραγουδώντας
στη μέση πλέκουν το Χριστό, στην άκρη το Βαγγέλιο
και στα πλεκογυρίσματα πλέκουν τον αϊ-Γιάννη.
Βρυσίτσα πετροκάλαμη για τούτο σε καρτέρεσα
να έρθει ο κόσμος για νερό, νερό να μη τους δώσεις
μόνο να τους ρωτήσετε ποιος είναι ο Γιάννης ο βασιλιάς
απ’ όχει εννιά υγιούς και τους εννιά τους πάντρεψε
εννιά νυφάδες παίρνει όλες αφέντ’ τον έλεγαν
όλες μαντήλι τον δώριζαν, η νύφη η μικρότερη
αφέντη δεν τον έλεγε, μαντήλι δεν τον δώριζε.»
Του Προφήτη Ηλία
Η ημέρα του πανηγυριού
Η ημέρα του Προφήτη Ηλία έχει μεγάλη σημασία για το χωριό καθώς σηματοδοτεί τον εορτασμό του πολιούχου του. Ολόκληρη η κοινότητα σφύζει από ενέργεια και ενθουσιασμό, συμβάλλοντας στις προετοιμασίες για το πανηγύρι, αφού είναι αργία για το χωριό. Ο κόσμος ντύνεται με τα καλά του και μαζεύεται στην πλατεία του χωριού, όπου μικροί και μεγάλοι χορεύουν στους ρυθμούς της γκάιντας και των ζουρνάδων. Το γλέντι αυτό, που γίνεται στις 20 Ιουλίου, δεν το γιορτάζουν μόνο οι ντόπιοι αλλά και οι Έλληνες του εξωτερικού και οι κάτοικοι γειτονικών χωριών όπως το Αλεποχώρι, το Παλιούρι και η Αβδέλλα, οι οποίοι επισκέπτονται το χωριό κατά την κορύφωση του καλοκαιριού.
Τα γλέντια ξεκινούν από την παραμονή του πανηγυριού που έρχονται με την πραμάτεια τους οι μπεζιργιάννηδες. Καθώς οι άνθρωποι επιστρέφουν από τις αγροτικές τους ασχολίες, ντύνονται στα καλύτερά τους και βγαίνουν στην πλατεία για να συμμετάσχουν στη ζωντανή γιορτή. Ο ήχος της γκάιντας και των κρουστών γεμίζει τον αέρα και όλοι, μικροί και μεγάλοι, χορεύουν κυκλικά. Οι γυναίκες μαζεύονται σε ομάδες και τραγουδούν ενώ χορεύουν, προσθέτοντας στη χαρμόσυνη ατμόσφαιρα.
Εκτός από τις τακτικές και προκαθορισμένες γιορτές και εκδηλώσεις, το χωριό εκμεταλλεύεται επίσης το φεστιβάλ για να χαλαρώσει από την πολυάσχολη ζωή του. Είναι καιρός για γλέντι στο τέλος της συγκομιδής, κατά τη διάρκεια της συγκομιδής του αϊ-Δημήτρη και του αϊ-Τρύφωνα. Και μην ξεχνάμε τις «χαρές» (γάμοι) που ήταν πολύ συχνοί παλιότερα.
Γενικά, η ημέρα του Προφήτη Ηλία είναι μια περίοδος απέραντης χαράς και κέφι για το χωριό και τους ανθρώπους του. Είναι μια εποχή που συγκεντρώνονται για να γιορτάσουν τον πολιτισμό και τις παραδόσεις τους, να διασκεδάσουν και να δημιουργήσουν νέες αναμνήσεις που θα αγαπηθούν για τα επόμενα χρόνια.
Ο Γάμος
Το έθιμο του παραδοσιακού γάμου
Ο γάμος άρχιζε από τη Δευτέρα. Ο πατέρας του γαμπρού πήγαινε στον παπά για τις άδειες. Μετά κατέβαινε στη Μητρόπολη για τα στεφανοχάρτια. Στη συνέχει ψώνιζαν τα στολίδια της νύφης.
Την Τετάρτη μ’ ένα μπουκάλι λικέρ ή ούζο και λουκούμια ενημέρωναν τον νουνό ο κουμπάρο) για το γάμο, Κατόπιν τα κορίτσια και οι συγγενείς της νύφης μαζεύονταν στο σπίτι της νύφης και γυρνούσαν από την καλή τα ρούχα (στα μπαούλα τα είχαν από την ανάποδη), τα δίπλωναν και έβαζαν ανάμεσα τους βασιλικό. Τα παπλώματα και τα στρώματα τα τακτοποιούσαν πάνω στα μπασύλλα κι αυτό λεγόταν σίκου». Τα κέντητά και τα πλεκτά τα κρεμούσαν σε τριχιές πάνω στο χαγιάτι ή τα κρεμούσαν στους τοίχους ώστε να βλέπουν όλη την προκοπή της νύφης. Μόλις τέλειωναν με την τακτοποίηση της προίκας, έτρωγαν και τραγουδούσαν.
Την Πέμπτη ζύμωναν ψωμί και έφτιαχναν την κουλούρα και στο σπίτι της νύφης και στου γαμπρού. Στης νύφης έκαναν και πίτα σαραγλί την οποία αναποδογύριζαν στην κουλούρα. Έπαιρναν οι συγγενείς του γαμπρού την κουλούρα τους και τα στολίδια της νύφης και της τα πήγαιναν. Εκεί τους φίλευαν και μοίραζαν την κουλούρα. Δώριζαν στη νύφη χρήματα, μετά έπαιρναν την κουλούρα με το σαραγλί. Από το βράδυ της Πέμπτης η νύφη κοιμόταν μέχρι την Κυριακή με δυο κορίτσια και ο γαμπρός με δυο αγόρια. Αυτές τις μέρες απαγορευόταν ο γαμπρός να πάει στο σπίτι της νύφης. Αν πήγαινε τον μαύριζαν.
Την Παρασκευή έφτιαχναν κουλούρες και φαγητό πλιγούρι και τα μοίραζαν στους συγγενείς σαν είδος καλέσματος. Την ίδια βραδιά γινόταν πρόβα στο νυφικό με τραγούδια από τις φιλενάδες της νύφης.
Το Σάββατο μαγείρευαν στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης και φιλοξενούσαν κάθε ένας τους συγγενείς του. Το βράδυ οι συγγενείς του γαμπρού μετά το φαγητό με τη συνοδεία οργάνων και με το γαμπρό πήγαιναν στο σπίτι της νύφης και χόρευαν τη «γίκνα» (ήταν κουλούρα με τρία κεριά). Τη γίκνα την έβγαζε και άρχιζε το χορό ένα κορίτσι που έπρεπε να μην είναι ορφανό και στη συνέχεια την έπαιρνε η νύφη και τέλος όλοι όσοι χόρευαν
Την Κυριακή το πρωί, πήγαιναν οι καλεσμένοι του γαμπρού με τα όργανα στο σπίτι της νύφης. Εκεί τους κερνούσαν μεζέδες και αυτοί αφού δίπλωσαν ξανά τα ρούχα της νύφης για να τα πάρουν μαζί τους, χόρευαν. Πρώτη άνοιγε το χορό η νύφη ντυμένη και ύστερα οι συγγενείς. Γυρνώντας στο σπίτι του γαμπρού φίλευαν όλους όσους βοηθούσαν το γάμο και ονομαζόταν «μπιριντζήδες».
Στη συνέχεια ο γαμπρός με τους συγγενείς του και τα όργανα πήγαιναν στο σπίτι του κουμπάρου. Το πιο συγγενικό ζευγάρι του γαμπρού, ο άντρας κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί και η γυναίκα μια κανάτα με κρασί και με κομματάκια μήλο. Οι κουμπάροι έβγαναν στην πόρτα να τους προϋπαντήσουν με κρασί και αντάλλασσαν ευχές. Αφού έπαιρναν μαζί τους τους κουμπάρους και τους καλεσμένους τους ( παρανούνους), πήγαιναν στη νύφη για να την πάρουν. Η νύφη καθόταν ανάποδα στο παράθυρο κρατώντας έναν καθρέφτη και ένα ποτήρι κρασί που είχε μέσα κέρματα, το «κρασόκερμα». Όταν έβλεπε το γαμπρό να έρχεται, πετούσε το κρασί κάτω απ’ το παράθυρο και τα παιδιά μάζευαν τα κέρματα. Στη συνέχεια η νύφη με δύο φίλες της και την νονά πήγαινε σ’ ένα δωμάτιο για να βάλει τα στολίδια. Την ίδια ώρα οι συγγενείς του γαμπρού «αγόραζαν» την προίκα της και την πήγαιναν στο σπίτι του όπου και την άπλωναν.
Όταν η νονά τέλειωνε το στόλισμα, ο γαμπρός και ο νονός χτυπούσαν τρεις φορές την πόρτα και την έσπρωχναν ν’ ανοίξει για να πάρουν τη νύφη. Μια γυναίκα από της νύφης τους «χαραλιώτες» (καλεσμένους) έλεγε: «Δώσε τα πέντε» και ο γαμπρός της έριχνε χρήματα στην ποδιά. Κατόπιν ο κουμπάρος έκανε τη συνάντηση του ζευγαριού (ο γαμπρός πάντα δεξιά). Φεύγοντας η νύφη χαιρετούσε τους γονείς της, τα αδέρφια της και προσκυνούσε στην είσοδο του σπιτιού. Οι γονείς της πετούσαν καραμέλες και κέρματα. Χορεύοντας οι συγγενείς με τα όργανα πήγαιναν στην Εκκλησία. Μπροστά πήγαινε ένα αγόρι με το φλάμπουρο. Ήταν ένα κοντάρι με ένα κεντημένο πετσετάκι, ένα μήλο στην κορυφή κι ένα σταυρό. Το μήλο το έτρωγε το ζευγάρι την επομένη του γάμου τους. Αφού γινόταν οι στέψεις οι καλεσμενοι δώριζαν το ζευγάρι. Οι γονείς του γαμπρού έφευγαν πρώτοι για το σπίτι Εκεί η πεθερά έβαζε στην είσοδο ένα κόκκινο πανί κι ένα σιδερένιο υνί από αλέτρι. Όταν έφτανε το ζευγάρι στο σπίτι η νύφη προσκυνούσε τα πεθερικά κι αυτοί φιλούσαν τα στέφανα. Ύστερα το ζευγάρι πατούσε στο υνί για να είναι γεροί και στο κόκκινο πανί για χαρά.
Στη συνέχεια καθόταν στο τραπέζι και ακολουθούσε το γλέντι. Το χορό αρχίζει ο κουμπάρος κι ακολουθούσαν η κουμπάρα, ο γαμπρός και η νύφη. Όποιος έπαιρνε το χορό τον δώριζαν χρήματα. Για τους συγγενείς του γαμπρού υπήρχαν δώρα (είδη ιματισμού) απ’ την οικογένεια της νύφης. Το γλέντι τελείωνε με την αρχή της νύχτας και τα όργανα συνόδευαν τους κουμπάρους στο σπίτι, όπου και χόρευαν.
Τη Δευτέρα και την Τρίτη , η νύφη τακτοποιούσε την προίκα της με τα κορίτσια. Την Τετάρτη έπαιρνε τη στάμνα της και πήγαινε στη βρύση για νερό. Την ώρα που την έπαιρνε, έριχνε κέρματα στη βρύση. Την Πέμπτη η νύφη με το γαμπρό και μια κοπέλα απ’ το σόι του πήγαιναν στο πατρικό της σπίτι. Εκεί η νύφη λουζόταν και στη συνέχεια έτρωγαν όλοι μαζί.
