«Με γέλασαν τα πουλιά»

Συρτός

Χρόνης Αηδονίδης

Ερμηνεία

Κάντε κλικ εδώ για να εμφανίσετε περιεχόμενο από το YouTube / Click here to display content from YouTube.
Learn more in YouTube’s privacy policy.

Στίχοι

Με γέλασαν τα πουλιά,
της άνοιξης τ’ αηδόνια.
Με γέλασαν και μου `πανε,
ποτέ δε θα πεθάνω.

Κι έφτιασα το σπίτακι μου
ψηλότερο από τ’ άλλα.
Σαράντα δυο πατώματα,
εξήντα παραθύρια.

Στα παραθύρια στέκομαι,
τους κάμπους αγναντεύω.
Βλέπω τους κάμπους πράσινους
και τα βουνά γαλάζια.

Βλέπω το Χάρο που ’ρχεται
καβάλα στ’ άλογό του
Με γέλασαν τα πουλιά,
της άνοιξης τ ’ αηδόνια.

Με γέλασαν τα πουλιά,
της άνοιξης τ’ αηδόνια.
Με γέλασαν και μου είπανε,
ο Χάρος δε με παίρνει.

Μη με παίρνεις Χάρο,
μη με παίρνεις
γιατί δε με ξαναφέρνεις.

Σχετικά με το τραγούδι

Το τραγούδι ανήκει στον κύκλο των θρακιώτικων δημοτικών τραγουδιών του Έβρου και εκφράζει με ποιητικό τρόπο τη ματαιοδοξία των υλικών επιδιώξεων μπροστά στη μοιραία πραγματικότητα του θανάτου. Σύμφωνα με το αρχείο του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α., το τραγούδι καταγράφηκε ως χορευτικό τραγούδι από τα Αμπελάκια Έβρου και συνδέεται με το γνωμικό περιεχόμενο του εφήμερου της ζωής. Στη δισκογραφία, η Δόμνα Σαμίου το κατέγραψε το 1976 στα Αμπελάκια, από τον παπα-Παναγιώτη Νικίδη, και κυκλοφόρησε σε ηχογράφηση το 2005 με ερμηνευτή τον Βαγγέλη Δημούδη.

Μουσικά, το τραγούδι κυκλοφορεί σε ρυθμό 9/8 (δομή 2-2-2-3) και στις θρακιώτικες παραδόσεις του Έβρου συνήθως χορεύεται ως συγκαθιστός (συρτός συγκαθιστός). Ωστόσο, καθώς υπάρχουν τοπικές παραλλαγές, στην περιοχή των Μεταξάδων όπως ανέφερες, το τραγούδι μπορεί να εμφανίζεται και σε συρτό επτάσημο.

Θεματικά, ο αφηγητής λέει ότι «γελάστηκε» από τα πουλιά της άνοιξης (τα αηδόνια) που του είπαν ότι «ποτέ δε θα πεθάνει». Στη συνέχεια, χτίζει ένα υπερμεγέθες σπίτι, «σαράντα δύο πατώματα, εξήντα παραθύρια», αλλά τελικά βλέπει τον Χάρο να έρχεται καβάλα στο άλογό του. Η αντίθεση ανάμεσα στη φιλοδοξία του ανθρώπου να ξεγελάσει το θάνατο και την αμείλικτη πραγματικότητα υπογραμμίζει το μήνυμα ότι τα υλικά αγαθά και οι υπερβολές δεν σώζουν από το μοιραίο.