Κάντε κλικ εδώ για να εμφανίσετε περιεχόμενο από το YouTube / Click here to display content from YouTube.
Learn more in YouTube’s privacy policy.
Στίχοι
Νι- ένας κουντό-νο-ς γιανίτσαρης, πουλύ κουντό νο-ς δεν ήταν,
νι- βαρ(ι)ά δουσ(ι)ά-να- τουν έριχναν, πο΄ έχ΄(ει) έμορφη νι- γυναίκα.
Νι- πουλάει χουράφια να- αθέριστα, μ' όλους τους θε-νε-ριστάδες.
Νι- πουλάει αμπέλια να- στρύγιστα, μ' όλους τους τρυ-νι-γιστάδες.
Νι- πουλάει τσιαΐρια να- ακόσιστα, μ' όλους τους κου-νου-σιστάδες.
Νι- πουλάει τους νι-μύλους δώδικα, μ' όλους τους μυ-νι-λουνάδις.
Νι- πουλάει κι του-νου ζιρβόμυλου, π΄ αλέθει του-νου πιπέρι.
Νι- κι πούλησι κι ξιπούλησι, στάθ'κι τα λου-νου-γαριάζει,
νι- λουγάριασι ξιλουγάριασι, τουν λείπουν τρεί-νει-ς χιλιάδις.
Νι- μόν' η καλή-νη τ΄ τουν απόμνησκι, κι αυτήν την πα-να-ζαρεύει.
Νι- κι απού του χέ-νε-ρ(ι)΄ την έπιρνι, κι στου παζά-να-ρ(ι)΄ την πάει.
Νι- ένας κουντό-νο-ς γενίτσαρος, πουλύ τη λου-νου-ΐρνούσι.
Νι- πόσου τη δί-νι-νεις νιούτσικε; πόσου την πα-να-ζαρεύεις;
Νι- το ΄να του μά-να-τι τ'ς ικατό, κι τ' άλλου τρεί-νει-ς χιλιάδις,
νι- κι του κουρμού-νου-δι τ'ς του λιγνό, ξιαγουριασμό-νο δεν έχει.
Νι- κι απού το χέ-νε-ρ(ι)΄ την έπιρνι, κι στου τσιαντί-νι-ρ(ι) την πάει,
νι- κίνησι κι την έ-νε-πιζι, κίνησι κι-νι την παίζει.
Νι- πουλάκι πήγι κι έκατσι απάνου στου-νου τσιαντίρ(ι)΄,
νι- δεν κιλαϊδού-νου-σι σαν πουλί σαν όλα τα-να πουλάκια,
νι- μόνου λαλού-νου-σι κι έλιγι μ΄ ανθρώπι-νη-νη λαλίτσα,
νι- για δες κρίμα-να που γίνιτι, για δες μιγά-να-λου κρίμα,
νι- φιλάει αδιρφό-νο-ς την αδιρφή κι γνώρου* δενε την δίνει.
Νι- ακούς, ακού-νου-ς γιανίτσαρη, τι λέει του-νου πουλάκι.
Νι- πουλάκι εί-νι-νι κι ας λαλεί, πουλάκι είνι κι ας λέει.
Νι- κι πάλι ματα-να-λάλησι, κι αυτόν τουν λόγου λέει,
νι- για δες κρίμα που γίνιτι, για δες μιγάλου κρίμα,
νι- φιλάει αδιρφός την αδιρφή, κι γνώρου δεν τη δίνει.
Νι- Θα σι ρουτή-νη-σου κόρη μου, θα σι καλου-νου-ξιτάσου,
νι- πούθι είνι κό-νο-ρη μ' η ρίζα σου; πούθι τα γουνικά σου;
Νι- μάνα μ΄ είν(ι)΄ 'που τα Γιάννινα, μπαμπά ζουμ 'που-νου την Προύσσα,
νι- είχα αδιρφό-νο μπλάδιρφου*, τουν πήραν γιανιτσάροι.
Νι- κόρη μ' ιγώ είμι αδιρφό σ΄ που πήραν γιανιτσάροι.
Νι- του φίλη-νη-μα που σ' έδουσα ας είν'(ι) χιρι-νι-τισμός σου,
νι- κι τ' άσπρα* που-νου σε πλήρουσα ας είνι δου-νου-ρισμός σου
Σχετικά με το τραγούδι
Ο χορός «Γενίτσαρης» ή «Γιανίτσαρης» αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της τοπικής μουσικοχορευτικής παράδοσης των Μεταξάδων στη Δυτική Θράκη. Ανήκει στους λεγόμενους «Ταπεινούς» χορούς, οι οποίοι χορεύονται σε αργό ρυθμό 9/8 (2+2+2+3), με λαβή είτε από τα χέρια είτε χιαστί από τα ζωνάρια. Ο συγκεκριμένος ρυθμός και ο τρόπος εκτέλεσης προσδίδουν στον χορό έναν τελετουργικό και συμβολικό χαρακτήρα, και απαντάται αποκλειστικά στην ευρύτερη περιοχή των Μεταξάδων.
Η μουσική απόδοση του τραγουδιού με συνοδεία οργάνων συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοσή του και στην αναγνωρισιμότητά του στη δισκογραφία, καθώς είναι η πρώτη φορά που ο χορός αυτός κυκλοφορεί ηχογραφημένος. Στηρίζεται σε παλαιά θεματολογία, με στίχους που αντικατοπτρίζουν την καθημερινή ζωή και τις δυσκολίες των Χριστιανών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας — την παρουσία των γενιτσάρων, τη βαριά φορολογία («δουσιά»), ακόμη και την αναγκαστική εκποίηση περιουσιών για την αποπληρωμή φόρων. Οι στίχοι του τραγουδιού αναφέρονται επίσης σε πόλεις όπως τα Γιάννενα και η Προύσσα, υποδηλώνοντας τη γεωγραφική και πολιτισμική διάσταση της ιστορικής μνήμης.
Στις καταγραφές, ο όρος «γενίτσαρης» (τουρκ. Yeniceri) απαντά και με την τοπική ονομασία «κουντούτσικος», που θεωρείται νοηματικά ακριβέστερη. Η γλωσσική και λαογραφική τεκμηρίωση του χορού και του τραγουδιού έγινε από τη Μάρθα Μαντούδη, τη Μαρία Γκακούδη και την Ομάδα Γυναικών Μεταξάδων.
Παρακάτω παρατίθενται ορισμένοι όροι και λέξεις που συναντώνται στο τραγούδι ή σχετίζονται με την εποχή και το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται:
- γενίτσαρης (τουρκ. Yeniceri): υπάρχουν καταγραφές στις οποίες, αντί του «γενίτσαρης», χρησιμοποιείται η λέξη «κουντούτσικος», η οποία θεωρείται νοηματικά σωστότερη.
- δουσιά: δόση ή φόρος.
- ταταΐρια (τουρκ. çayır): χωράφια και κοινόχρηστοι χώροι που δεν καλλιεργούνται και παράγουν μόνο χόρτο, συνήθως κοντά σε υγρά μέρη — λειβάδια.
- ακόσιστα: όσα δεν έχουν κοσιστεί (δηλαδή δεν έχουν καθαριστεί ή τακτοποιηθεί).
- κόσα (βουλγ. kosa): κοπτικό εργαλείο για το κόψιμο των χόρτων, με μακριά, ελαφρά κυρτή λάμα στερεωμένη σε μακρύ ξύλο.
- παζάρι (τουρκ. pazar): λαϊκή αγορά.
- τσιαντίρ’ (τουρκ. çadır): σκηνή, τέντα.
- μπλάδερφος: ετεροθαλής αδελφός.
- άσπρα (τουρκ. akçe): εθνικά νομίσματα από τα πρώτα χρόνια του Οθωμανικού κράτους, ασημένια (1,2 γρ., τίτλος 900/1000), τα οποία έκοψε πρώτος ο Ορχάν Α΄ το 1328.
