Ο έρωτας, το σκάνδαλο και το τραγούδι: Η ιστορία του «Γιάννη Δήμαρχου» των Μεταξάδων
▶ Ακούστε το τραγούδι «Βασιλκούδα / Στο χωρίον Μεταξάδες»
Αν βρεθείς σε ένα γνήσιο παραδοσιακό θρακιώτικο γλέντι, μόλις η γκάιντα δώσει το σύνθημα για τον ζωναράδικο, τα βήματα βαραίνουν και ο κύκλος σφίγγει στους ρυθμούς ενός από τα πιο διάσημα τραγούδια της Θράκης. Οι στίχοι είναι γνωστοί στους περισσότερους:
«Στου Τουκμάκι, στ’ς Μεταξάδις, Γιάννης δήμαρχους.
Άιντι Βασιλκούδα μ’, Γιάννης δήμαρχους…»
Πόσοι, όμως, γνωρίζουν ότι πίσω από αυτόν τον ξεσηκωτικό σκοπό δεν κρύβεται ένας τυχαίος θρύλος, αλλά ένα από τα πιο φλογερά, δραματικά και… σκανδαλώδη αληθινά ειδύλλια των αρχών του 20ού αιώνα; Αυτή είναι η συναρπαστική ιστορία του Ιωάννη Μαντά, του ανθρώπου που τα έβαλε με τα πρέπει της εποχής για χάρη του έρωτα.
Ο Αρχοντικός Δήμαρχος
Ο Ιωάννης Μαντάς (γνωστός και ως Μαντούδης), γεννήθηκε το 1881 στους Μεταξάδες του Έβρου (το παλιό Τουκμάκι) και δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Είχε τη φήμη του μερακλή, του χουβαρντά και του ικανού ηγέτη. Η επιρροή του στην περιοχή ήταν τόσο μεγάλη που διετέλεσε Μουχτάρης (κοινοτάρχης) κατά τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής περιόδου και, μετέπειτα, επίσημος Δήμαρχος Μεταξάδων από το 1920 έως το 1923.
Όταν η μοίρα χτυπάει αλύπητα
Πίσω από την επιβλητική του παρουσία και την εξουσία του, ο Γιάννης έκρυβε βαθιές προσωπικές τραγωδίες. Η ζωή στάθηκε εξαιρετικά σκληρή απέναντί του:
- Η πρώτη απώλεια: Παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα, την Τριανταφυλλιά, η οποία όμως πέθανε πρόωρα, λίγο μετά τον γάμο τους.
- Το δεύτερο χτύπημα: Μην αντέχοντας τη μοναξιά, παντρεύτηκε τη Δέσποινα (Δισπέν) και το 1910 γεύτηκε τη χαρά της πατρότητας με τη γέννηση της κόρης τους, της Ζωής. Όμως, το 1918, ενώ ο Γιάννης έλειπε σε αποστολή, μια θανατηφόρα επιδημία πανούκλας σάρωσε το χωριό, παίρνοντας μαζί της και τη δεύτερη γυναίκα του και το μοναχοπαίδι του.
Η τρίτη σύζυγος και το «απαγορευμένο» πάθος
Επιστρέφοντας συντετριμμένος στους Μεταξάδες, ο Γιάννης παντρεύτηκε για τρίτη φορά, την Μαρία (τη «Θοδωρούδα»). Ο χρόνος περνούσε, όμως ο γάμος αυτός δεν του χάριζε τον πολυπόθητο διάδοχο. Και κάπου εκεί, η καρδιά του Δημάρχου σκίρτησε ξανά.
Ερωτεύεται παράφορα τη νεότερή του, Βασιλική Μπακαλούδη, τη θρυλική «Βασιλκούδα». Ο Γιάννης παίρνει τη μεγάλη απόφαση να χωρίσει την τρίτη του σύζυγο για να είναι μαζί της. Εκείνη τη στιγμή, η συντηρητική κοινωνία του χωριού συγκλονίζεται.
Υπήρχε ένα τεράστιο, ανυπέρβλητο εμπόδιο: η Εκκλησία. Ακόμη και με την έκδοση διαζυγίου, ο γάμος με τη Βασιλική θα ήταν ο τέταρτος κατά σειρά για τον Γιάννη, κάτι που απαγορευόταν ρητά και κατηγορηματικά από τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι πιέσεις από παντού ήταν ασφυκτικές. Το οικογενειακό περιβάλλον της Βασιλικής την ικέτευε να απορρίψει τον Δήμαρχο για να αποφύγουν το τεράστιο κοινωνικό στίγμα. Μάλιστα, ο γιατρός του χωριού προσπάθησε να τον συνετίσει, προειδοποιώντας τον αυστηρά πως αν επέμενε, το πολιτικό του κόστος θα ήταν καταστροφικό: «Σαν την πάρ’ς τη Βασιλκούδα, χάν’ς τη θέση σου».
Η νίκη του έρωτα… και η γέννηση ενός θρύλου
Μπροστά στο δίλημμα της κοινωνικής καταξίωσης και του πάθους, ο Γιάννης Δήμαρχος δεν δίστασε ούτε στιγμή. Έγραψε τους κανόνες, τις απειλές και την κριτική στα παλιά του τα παπούτσια.
Οι δυο τους έμειναν μαζί, αστεφάνωτοι από την εκκλησία. Η αγάπη τους καρποφόρησε, φέρνοντας στον κόσμο τρία παιδιά: τον Χρήστο (1926), την Τριανταφυλλιά (1929) και τον Παναγιώτη (1932). Η κλειστή κοινωνία των Μεταξάδων, μην μπορώντας να επιβάλει την τάξη της στο επαναστατικό ζευγάρι, «εκδικήθηκε» με τον μόνο τρόπο που ήξερε: έκανε το σκανδαλώδες ειδύλλιό τους τραγούδι!
Οι στίχοι, που λέγεται ότι σκάρωσε ο ίδιος ο γιατρός της περιοχής, καταγράφουν το χρονικό της εποχής με γλαφυρότητα:
«Γιάννης έχει τρεις γυναίκες κι άλλην αγαπάει…
Θα χωρίσει τη Θοδώρα, θα πάρει τη Βασιλική…
Μάνα της την ορμηνεύει, την παρακαλεί:
-Βασιλκούδα μ’, μην τον παίρνεις τον Γιάνν’ τον χουβαρντά…»
Και η Βασιλική απαντά:
-Εγώ τον Γιάννη κι αν δεν πάρω, δεν παντρεύομαι, Γιάννης είν’ μάνα μ’ λεβέντης, είναι και δήμαρχος!»
Ο απόηχος του «σκανδάλου» σήμερα
Ο Γιάννης Μαντάς έφυγε από τη ζωή το 1962, αφήνοντας πίσω του την εικόνα ενός ανθρώπου που έζησε στα άκρα, αγάπησε δυνατά και δεν φοβήθηκε τις συνέπειες.
Σήμερα, αυτό που για την τοπική κοινωνία της δεκαετίας του 1920 αποτελούσε ένα ασυγχώρητο σκάνδαλο, έχει μετατραπεί σε μία λαϊκή ωδή στην ανυποταξία του έρωτα. Ο «Γιάννης Δήμαρχος» δεν είναι απλώς ένας παραδοσιακός χορός, αλλά ένα ζωντανό μνημείο της ανθρώπινης θέλησης, αποδεικνύοντας πως ό,τι καταδικάζεται στην εποχή του, συχνά εξυμνείται στην αιωνιότητα.

